«Η φανερή και η κρυφή συγγένεια του Μάνου Χατζιδάκι με τον Νίκο Γκάτσο»
Η στιχουργός, συγγραφέας και μεταφράστρια Αγαθή Δημητρούκα, η οποία είναι κληρονόμος του Νίκου Γκάτσου και επιμελείται εκδοτικά το έργο του, ανήρτησε στην προσωπική της ιστοσελίδα στο facebook ένα κείμενό της που παρουσιάστηκε στις αρχές Οκτωβρίου του 2025 σε συνέδριο του Πανεπιστημίου του Παλέρμο, που διοργάνωσε η ελληνίστρια Maria Caracausi και συμπεριλήφθηκε μεταφρασμένο στα ιταλικά από την Giulia Sorrentino στην έκδοση των σχετικών πρακτικών. Ο τίτλος του είναι «Η φανερή και η κρυφή συγγένεια του Μάνου Χατζιδάκι με τον Νίκο Γκάτσο» και έχει ως εξής:
Η φανερή συγγένεια του Μάνου Χατζιδάκι με τον Νίκο Γκάτσο είναι η ποίηση.
Δέκα επτά χρονών ήταν ο Χατζιδάκις, τριάντα ενός ο Γκάτσος, όταν ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης οδήγησε τον πρώτο στην παρέα του δεύτερου.
Στην ερώτηση με τι ασχολείται, ο Χατζιδάκις απάντησε ότι ήταν ποιητής και παρέμεινε σιωπηλός, ν' ακούει με προσοχή, γεγονός που εντυπωσίασε τον ανέκαθεν λιγομίλητο Γκάτσο: «Αυτό το παιδί μόνο άκουγε. Να μάθεις ν' ακούς. Να μη μιλάς. Να προσέχεις τι λένε οι μεγαλύτεροι» με συμβούλευε.
Ο Χατζιδάκις άκουγε τους ποιητές της παρέας και, όπως φάνηκε αργότερα που αποκαλύφθηκε η μουσική ιδιοφυΐα του, αναζητούσε τρόπο να ταυτίσει την ποίηση με τη μουσική. Και τα κατάφερε.
Σε αυτό, υποθέτουμε ότι βοήθησε η άρρηκτη φιλία που δημιουργήθηκε με τον Νίκο Γκάτσο, τον ποιητή που είχε αφομοιώσει τη μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας και χειριζόταν τους ρυθμούς της καλύτερα απ' όλους. Συνεπώς, δεν θα ήταν λογοπαίγνιο αν κάναμε την αντιστροφή και λέγαμε ότι η συγγένεια του Γκάτσου με τον Χατζιδάκι είναι η μουσική.
Μουσική και ποίηση, ποίηση και μουσική, οι συναντήσεις συνεχίζονταν στο σπίτι του Γκάτσου κι ο Χατζιδάκις ήταν από τους πρώτους που έμαθε για τη συγγραφή της Αμοργού και άκουσε τον ποιητή να τη διαβάζει. Επίσης, ήταν από τους πρώτους που έμαθε για τη μετάφραση του Ματωμένου γάμου του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μυήθηκε από τον Γκάτσο στο έργο του Ισπανού ποιητή.
Κι ακριβώς αυτό το έργο έμελλε να δώσει το έναυσμα για τη μακροχρόνια συνεργασία του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, κάτι που μας κάνει να σκεφτούμε: Μήπως ο Γκάτσος, το 1943, όταν μετέφραζε τα λυρικά, έμμετρα μέρη του έργου με επίσης έμμετρο τρόπο και ποιητικά αξεπέραστο, είχε στον νου του την πιθανότητα μελοποίησής τους από τον Χατζιδάκι; Παρόλο που ο τελευταίος δεν είχε ακόμα δώσει δείγματα γραφής δημόσια ‒θα το έκανε τον επόμενο χρόνο με μουσική για το θέατρο‒, ο Γκάτσος, διορατικός και διαισθητικός καθώς ήταν, σίγουρα διείδε και διαισθάνθηκε το μουσικό ταλέντο του Χατζιδάκι. Πάντα έλεγε με θαυμασμό για τον συνθέτη ότι η μουσική ανάβλυζε από τα δάχτυλά του σαν το νερό απ' την πηγή. Κι όταν, τις τελευταίες δεκαετίες, ο Χατζιδάκις σπαταλούσε τον χρόνο του σε άλλα ενδιαφέροντα, ο Γκάτσος προσπαθούσε να τον κάνει να επικεντρωθεί στη σύνθεση: «Μην αμελείς το ταλέντο σου!» του έλεγε ξανά και ξανά.
Συνοψίζοντας, η φιλία του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου ξεκίνησε το 1942 και η συνεργασία τους το 1947, τις οποίες και συνέχισαν σε όλη τους τη ζωή. Οι δυο τους, με πρώτο δισκογραφημένο τραγούδι το ανυπέρβλητο «Χάρτινο το φεγγαράκι», δημιούργησαν από κοινού πολυσύνθετα και πολυθεματικά έργα που δίνουν την εντύπωση εκτενέστερων έργων συμπυκνωμένων στη συνήθη διάρκεια των τραγουδιών.
Συνολικά, με μουσική Μάνου Χατζιδάκι και στίχους Νίκου Γκάτσου έχουν εμφανιστεί στη δισκογραφία εκατόν σαράντα τραγούδια, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτά η ανολοκλήρωτη μουσική καντάτα Αμοργός.
Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσουμε ότι ο Γκάτσος δεν επιθυμούσε μελοποίηση της Αμοργού και την αρνιόταν σε όλους τους συνθέτες που του τη ζητούσαν. Την επέτρεψε μόνο στον Χατζιδάκι, έχοντας παράλληλα τη βεβαιότητα ότι ο συνθέτης δε θα ολοκλήρωνε τη μελοποίηση εξαιτίας των διαρκών αναθεωρήσεών της.
Δυστυχώς, ο ποιητής δεν διαψεύστηκε.
Επίσης, αξίζει να επισημάνουμε την πιθανότητα να υπάρχουν και άλλα τραγούδια σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και στίχους Νίκου Γκάτσου, τα οποία να έχουν ακουστεί σε ταινίες ή σε θεατρικές παραστάσεις και να μην έχουν κυκλοφορήσει σε δίσκο. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια έρευνα θα αποτελούσε καλό θέμα για φοιτητική εργασία με παράλληλη μελέτη των λόγων που αυτά τα τραγούδια δεν δισκογραφήθηκαν.
Το άλλο που πρέπει να τονίσουμε, και είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, είναι η συνήθεια που είχαν οι δύο δημιουργοί στις αρχές της δεκαετίας του '60, να ξεκινάει τους στίχους κάποιου τραγουδιού ο Γκάτσος και να τους συνεχίζει ο Χατζιδάκις και μετά ο Γκάτσος να θεωρεί ότι απλώς έδωσε μια ιδέα στον Χατζιδάκι και ο Χατζιδάκις να τους δηλώνει ως στίχους του Γκάτσου και το τραγούδι να κυκλοφορεί πότε με το όνομα του ενός και πότε με το όνομα του άλλου στη θέση του στιχουργού. Άραγε, κι αυτό δεν θα ήταν ένα ωραίο θέμα φοιτητικής εργασίας: Πού σταματάει ο Γκάτσος και πού συνεχίζει ο Χατζιδάκις, και ποιες οι διαφορές στη γραφή τους;
Και μια σύμπτωση που λέει πολλά: Οι τελευταίοι στίχοι που έγραψε ο Γκάτσος ήταν πάνω σε μουσική του Χατζιδάκι, και ο τελευταίος δίσκος που κυκλοφόρησε ο Χατζιδάκις ήταν σε στίχους του Γκάτσου.
Καταφεύγοντας στο διαδίκτυο για να επαληθεύσω κάποιες χρονολογίες, είχα την εξής ευχάριστη έκπληξη: Στη Wikipedia ο Χατζιδάκις είναι καταχωρημένος ως συνθέτης, ποιητής, κάτι απόλυτα σωστό.
Την πρώτη του ποιητική συλλογή, στην οποία είχε δώσει τον τίτλο Μυθολογία, προφανώς επηρεασμένος από τον ομότιτλο δίσκο σε στίχους Γκάτσου που είχε κυκλοφορήσει πρόσφατα και είχε ταράξει τα νερά με την ποιητικότητά του, την εξέδωσε το 1966. Στην ενότητα «Τρεις προσωπογραφίες» το τρίτο ποίημα έχει αφιέρωση «στο Νίκο Γκάτσο» και λέει:
«Η γη καθώς τον γέννησε
Τον στόλισε
Πράσινα φύλλα της ιτιάς
Του έλατου και της ελιάς
Μα η σκέψη του τον βύθισε
Στης πολιτείας την άσφαλτο
Κ' έγινε πέτρα αρχαϊκή
Στη μνήμη των εφήβων».
Έπειτα από είκοσι χρόνια, ο Γκάτσος, κάνοντας το δικό του παιχνίδι, σχεδίασε το ποίημα «Χατζιδακιάς», μιμούμενος τους παλιούς τροβαδούρους και τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα:
«Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στ' αρχοντικό σας».
Και λίγο παρακάτω λέει:
«Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο
βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τονε λέγαν Γκάτσο.
Καθίσαν κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν
που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τ' αηδόνια πάψαν».
Το ποίημα έμεινε ανολοκλήρωτο, χωρίς να έχει καταγραφεί. Το ανέσυρα από τη μνήμη μου για το ένθετο μιας εφημερίδας που ήταν αφιερωμένο στον Χατζιδάκι. Το συνόδευσα με κείμενο που είχε τον τίτλο «Το ένα πρόσωπο», όπου η αριστερή πλευρά ήταν του Γκάτσου και η δεξιά του Χατζιδάκι, γιατί ακριβώς αυτές τις πλευρές έβλεπα από τη θέση που καθόμουν μαζί τους στο τραπέζι του εστιατορίου τα μεσημέρια.
Τότε δεν το θυμόμουν, αλλά τώρα αναρωτιέμαι μήπως η ιδέα του προσώπου προήλθε από κρυπτομνησία: Στο οπισθόφυλλο της επανέκδοσης της Μυθολογίας, που κυκλοφόρησε το 1980, ο Χατζιδάκις εξομολογείται: «Γύρισα τον κόσμο και ανεκάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να μιλούν απαραιτήτως τα Ελληνικά ‒γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γίνονταν οδυνηρή κι εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο».
Εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι ένας δημιουργός την επικοινωνία δεν την εννοεί μόνο μέσω της ομιλίας, αλλά κυρίως μέσω του έργου του. Και αν συνδυάσουμε εδώ την άποψη του Χατζιδάκι ότι ο συνθέτης, ακόμα κι αν δεν γράφει μουσική πάνω σε κάποιο κείμενο, ακολουθεί υποσυνείδητα την προσωδία της μητρικής του γλώσσας, θα δούμε ολοφάνερα ότι η συγγένειά του με τον Γκάτσο εδράζεται στην ελληνική γλώσσα που γέννησε τη δική της οικουμενική ποίηση και τη δική της μουσική.
Όσο για την κρυφή συγγένεια των δύο φίλων και συνεργατών, μάλλον ήταν μια αυταπάτη: Όπως τους παρατηρούσα σιωπηλή, μού φαίνονταν σαν ο Γκάτσος να ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός σε μια πολυπληθή οικογένεια, ‒κι ας είχαν και οι δυο τους από μία αδερφή, κι ας μεγάλωσαν ορφανοί από πατέρα‒ και σαν ο Χατζιδάκις να ήταν ο μικρότερος, ο επαναστάτης, ο νεωτεριστής, ο ενθουσιώδης, που ο μεγάλος του αδερφός τον καμάρωνε αλλά και κάθε τόσο προσπαθούσε να τον συγκρατήσει, να τον προφυλάξει από πιθανά λάθη.
Ευτυχώς που ο Γκάτσος από την αρχή με είχε μυήσει στον υπερρεαλισμό και στη σημασία του τυχαίου, γιατί, έπειτα από χρόνια, εν τη απουσία τους και παρόλο που τη μητέρα του Χατζιδάκι την είχαμε γνωρίσει όλοι ως Αλίκη, διαπιστώσαμε ότι ήταν και οι δύο του Γεωργίου και της Βασιλικής.
«Κύριε, δώσ' μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί,
θέλω να 'μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή».
Καλή συνέχεια!
Αγαθή Δημητρούκα



















































































































































































Σχολιάστε