Η συγγραφέας Μαρία Παναγοπούλου θυμάται το καλοκαίρι του «Δεν θα με ξεχάσεις»
Γράφει η Μαρία Παναγοπούλου
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009. Το πλοίο άραξε στο λιμάνι της Παροικιάς λίγο μετά τις δέκα το πρωί και αποβίβασε αμέσως τα λιγοστά οχήματα από το πελώριο γκαράζ του. Ο 16χρονος Κωνσταντίνος, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μας, φορούσε τα ακουστικά στα αυτιά του και άκουγε μουτρωμένος μουσική, υπενθυμίζοντας μας σιωπηλά ότι το καλοκαίρι δεν ήταν η αγαπημένη του εποχή. Του έριξα μια αυστηρή, μαμαδίστικη ματιά, και ύστερα κοίταξα τον Κώστα, στη θέση του οδηγού. Ήταν χαρούμενος, σχεδόν ευτυχισμένος… Μετά από άλλη μια εξουθενωτική επαγγελματική χρονιά, οι καλοκαιρινές διακοπές και οι στιγμές που θα περνούσαμε οι τρεις μας, ήταν για όλους κάτι παραπάνω από πολύτιμες.
Την αγαπούσαμε την Πάρο αλλά οι κύριοι λόγοι που την επιλέγαμε για τις διακοπές μας ήταν οι φίλοι που μας περίμεναν εκεί και ο Αμπελάς, ένα γραφικό (τότε) ψαροχώρι που μας έδινε την πολυτέλεια της απόλυτης ηρεμίας. Η ταβέρνα του Αργύρη, με τα φρέσκα ψάρια, τους μοναδικούς κεφτέδες και την χωριάτικη σαλάτα με το τραγανό αγγούρι πάντα «κομμένο τώρα», τα δωμάτια στο ξενοδοχείο της Έλενας και έπειτα εκείνα της Φανής με θέα τη Νάξο, οι βουτιές στην παραλία χωρίς ξαπλώστρες, ομπρέλες και beach bar, οι μαραθώνιοι ταβλιού που ξεκινούσαν με τον ήλιο ψηλά και έληγαν, μόνο όταν το φεγγάρι έπαιρνε τη θέση του στον ουρανό, τα ολονύχτια ψαρέματα με το καΐκι του Γιάννη Πετρόπουλου, τα γέλια με τη Μάικα και τον Αντώνη Ανδρικάκη, ο Κωνσταντίνος μας και η Μαρία τους που έφηβοι πια έκαναν τα δικά τους όνειρα, εκείνος να γίνει διαιτολόγος, εκείνη δημοσιογράφος…
Οι μέρες και οι νύχτες στην Πάρο είχαν τον δικό τους ρυθμό, σαν κάποιος να έβαζε τη ζωή σε αργή κίνηση. Και το καλοκαίρι του 2009 ο Κώστας κι εγώ είχαμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη αυτή την επιβράδυνση του χρόνου, μόνο που αυτό έπρεπε να μείνει μεταξύ μας. Ο γιος μας δεν γνώριζε ακόμη ότι μετά από το χειρουργείο που είχε κάνει ο μπαμπάς του, μόλις πριν από πέντε ημέρες, είχαμε ανακαλύψει έναν μεταστατικό καρκίνο που έχρηζε άμεσης επιθετικής θεραπείας. Στο άκουσμα της διάγνωσης εγώ είχα παγώσει, ο Κώστας όμως είχε κοιτάξει τους γιατρούς του αποφασιστικά και τους είχε ενημερώσει αδιαπραγμάτευτα: «Τη Δευτέρα παίρνω τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία και φεύγουμε για Πάρο. Θα σας κάνω τη χάρη και θα γυρίσω νωρίτερα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάω».
Μπορεί για κάποιους άλλους να ήταν ένα βαθιά μελαγχολικό καλοκαίρι, μα η δική μας αλήθεια είναι διαφορετική. Με έναν τρόπο που μόνο οι άνθρωποι που δοκιμάζονται σκληρά καταλαβαίνουν, η καταιγίδα που μας περίμενε μεγέθυνε την αξία της ηλιόλουστης καθημερινότητας στο νησί, τα άσχημα που ξέραμε ότι θα ακολουθούσαν μάς βοήθησαν να εκτιμήσουμε την ομορφιά που υπήρχε παντού γύρω μας. Εκείνο τον Ιούλιο του 2009, οι τηγανητές πατάτες της Μαρίνας ήταν νοστιμότερες παρά ποτέ, η πορτοκαλόπιτα του Γλαύκου είχε ακόμη πιο ονειρεμένη γεύση, το ηλιοβασίλεμα στον Barbarossa ήταν το πιο κεχριμπαρένιο όλου του Αιγαίου, η «μαργαρίτα» στο Kalypso ζάλιζε γλυκά, η αδιάκοπη γκρίνια του Κωνσταντίνου μας, γιατί είχε άπνοια και δεν άντεχε τη ζέστη έφτανε σαν γάργαρο γέλιο στα αυτιά μας, οι βόλτες μας χέρι χέρι στο λιμανάκι της Νάουσας είχαν τη σιγουριά του «για πάντα» και κάθε κερί στην Παναγιά την Εκατονταπυλιανή φούντωνε μέσα μας την πίστη πως όλα θα πάνε καλά.
Δέκα μέρες μετά, οι φωνές των γιατρών τρύπησαν τα αυτιά μας μέσα από το τηλέφωνο, «πρέπει να ξεκινήσουμε τις θεραπείες χθες, ο καιρός κυλάει σε βάρος μας». Αποφασίσαμε να μείνει το παιδί στον Αμπελά, για να συνεχίσει τις διακοπές του, παρέα με τους φίλους που έχουμε επιλέξει για οικογένεια, και εμείς να επιστρέψουμε στην Αθήνα για τη μεγάλη μάχη. Ο Κώστας ήταν αποφασισμένος να βγει νικητής, εγώ ένιωθα δυνατή και το νησί μάς είχε χαρίσει ανεκτίμητα ψυχικά δώρα που θα γίνονταν ασπίδα στα δύσκολα.
Αναμένοντας την επιβίβαση στο λιμάνι, άκουσα από το ραδιόφωνο ενός αυτοκινήτου τη φωνή του Αντώνη Βαρδή να ερμηνεύει μοναδικά έναν «ύμνο», σε μουσική του ίδιου και στίχους του «αδελφού» μας, Αντώνη Ανδρικάκη: «Δεν θα με ξεχάσεις/ θα 'μαι σκιά μεσ' τον καθρέφτη/με τα σύνεργα του κλέφτη/ ένα γέλιο να σου κλέψω, αν γελάσεις/ δεν θα με ξεχάσεις/ δεν θα με ξεχάσεις…». Από εκείνη τη στιγμή, αυτό το τραγούδι έγινε η μουσική υπόκρουση του πιο ξεχωριστού καλοκαιριού της ζωής μας.
Ζήσαμε και οι τρεις μαζί άλλα δεκαπέντε υπέροχα καλοκαίρια, όμως οι μέρες του 2009 στον Αμπελά παραμένουν ολοζώντανες στη μνήμη μου, λουσμένες από φως και αισιοδοξία. Ακόμη και τώρα που ο νικητής μας «έφυγε» και μείναμε δύο, χαμογελώ, όταν τις θυμάμαι, μιλάω ή γράφω γι' αυτές και τον ευγνωμονώ, γιατί μας χάρισε εκείνη τη δεκαήμερη απόδραση από το σκοτάδι. Το μόνο που δεν έχω ακόμη απαντήσει μέσα μου είναι αν το τραγούδι του Βαρδή ήταν τυχαίο ή «προφητικό», αφού πλέον επιβεβαιώνεται θριαμβευτικά, κάθε μέρα: «Δε θα με ξεχάσεις/ θα 'μαι βροχούλα σ' ένα τζάμι, ένα δάκρυ, ένα ποτάμι/ μια ρυτίδα στη μορφή σου πριν γεράσεις/ δε θα με ξεχάσεις, δε θα με ξεχάσεις…».


























































Σχολιάστε