Σε άσπρο-μαύρο

Οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται

O συνθέτης Μιχάλης Παούρης γράφει για το καλοκαίρι στους αμπελώνες της Reims

Γράφει ο Μιχάλης Παούρης

Υπάρχουν καλοκαίρια που τα θυμάσαι για τη θάλασσα, για τις διακοπές, για έναν τόπο ή για έναν άνθρωπο. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα, σπάνια, που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Μένουν μέσα σου σαν μια εποχή που συνεχίζει να υπάρχει, γιατί κάπου ανάμεσα στη ζέστη, στις εικόνες και στις στιγμές τους άλλαξε κάτι στον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο.

Για 'μένα, ένα τέτοιο καλοκαίρι ήταν εκείνο του 2011.

Ήταν βαθύς Ιούλιος και βρισκόμουν στη Reims της Γαλλίας. Η πόλη και οι απλωμένοι αμπελώνες γύρω της έκαιγαν κάτω από τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Υγρασία, ζέστη, ιδρώτας και μια άσφαλτος που έκαιγε κάτω από τα πόδια μου.

Κι εγώ περπατούσα.

Πολλά χιλιόμετρα από το ξενοδοχείο μέχρι τον συναυλιακό χώρο, κρατώντας τη μαύρη πλαστική θήκη του Μπουζουκιού μου.

Λίγο πριν φύγω από το ξενοδοχείο, είχε σπάσει το χερούλι της. Ήταν από εκείνες τις μικρές αναποδιές που, όταν συμβαίνουν σε μια σημαντική ημέρα, σου φαίνονται τεράστιες. Άνοιξα την ντουλάπα του δωματίου, βρήκα μια λεπτή συρμάτινη κρεμάστρα καλυμμένη με ανοιχτό πράσινο πλαστικό και έφτιαξα όπως όπως μια καινούργια λαβή.

Ανοιχτό πράσινο η αυτοσχέδια λαβή, κατάμαυρη η θήκη.

Καθόλου κομψός συνδυασμός!

Όμως εκείνη την ώρα δεν με ενδιέφερε καθόλου. Η γαλλική επαρχία είχε αρχίσει να σωπαίνει, τα καταστήματα έκλειναν και εγώ έπρεπε να φτάσω στον προορισμό μου.

Έτσι ξεκίνησα.

Η συρμάτινη λαβή έκοβε τα χέρια μου σε όλη τη διαδρομή. Τα πόδια πονούσαν από το περπάτημα και την καυτή άσφαλτο. Τα χέρια μου είχαν γεμίσει κάλλους από το κουβάλημα. Κι όμως, αν μπορούσα σήμερα να επιστρέψω για λίγα λεπτά σε εκείνο το καλοκαίρι, νομίζω πως αυτή ακριβώς τη διαδρομή θα ήθελα να ξαναπερπατήσω.

Γιατί όσο πλησίαζα, άκουγα όλο και καθαρότερα μια Κιθάρα.

«Τον ακούς; Μου φαίνεται σαν ψέμα…», είπα στον τότε παραγωγό μου.

Ήταν ο Al Di Meola.

Και κάθε βήμα γινόταν όλο και πιο βαρύ.

Δεν ήταν όμως από την κούραση πια. Ήταν από το άγχος, το δέος και την ανυπομονησία. Πήγαινα να συναντήσω για πρώτη φορά έναν από τους ανθρώπους που είχαν καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμουν την Κιθάρα και τη μουσική.

Και πήγαινα εκεί όχι μόνο ως θαυμαστής.

Πήγαινα κρατώντας στα χέρια μου τη δική μου μουσική ιδέα.

Εκείνη την εποχή είχα ήδη πάρει μια πολύ μεγάλη απόφαση. Από το 2008 είχα σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις και είχα αφοσιωθεί στο όραμά μου για μια νέα υπόσταση του Μπουζουκιού. Ήθελα να παρουσιάσω το όργανο μέσα σε έναν διαφορετικό μουσικό κόσμο και κυρίως μέσα στην Jazz, όχι ως έναν πειραματισμό ή ως μια παράξενη συνύπαρξη δύο πραγμάτων που δεν ανήκουν μαζί, αλλά ως μια ολοκληρωμένη μουσική πρόταση.

Λίγους μήνες πριν από εκείνο το ταξίδι, όταν ο παραγωγός μου με είχε ρωτήσει ποιο θα ήθελα να είναι το επόμενο βήμα μου, του είχα απαντήσει χωρίς περιστροφές:

Ήθελα να παίξω με τον Al Di Meola.

Ήθελα αυτή η συνάντηση να αποτελέσει ένα μεγάλο βήμα για το Μπουζούκι προς έναν κόσμο στον οποίο πίστευα βαθιά ότι μπορούσε να υπάρξει.

Και ένα απόγευμα, σε ένα καφέ στον Ταύρο, ήρθε η είδηση.

Ο Al είχε αποδεχθεί την πρόσκληση να παίξουμε μαζί στην Αθήνα. Πριν από αυτό όμως, με καλούσε ο ίδιος στη Γαλλία, τον Ιούλιο.

Από εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου κλείδωσε σε αυτό το ταξίδι.

Μελέτησα με έναν και μόνο στόχο: όταν θα έφτανα μπροστά του, να μπορέσω μέσα σε λίγα λεπτά να του δείξω τι ακριβώς είχα στο μυαλό μου για αυτό το όργανο.

Και τώρα ήμουν εκεί.

Στη Reims.

Όταν έφτασα, ο Al έκανε πρόβα με την World Sinfonia. Εκείνη την ημέρα, εκτός από εμένα, καλεσμένος του ήταν και ο σπουδαίος Gonzalo Rubalcaba. Λίγο αργότερα μου είπαν ότι ο Al ήθελε να με συναντήσει.

Πήγα κοντά του με τα πόδια σχεδόν κομμένα από το άγχος.

Με χαιρέτησε και μου είπε να καθίσω δίπλα του.

Και κάποια στιγμή, ενώ έτρωγε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε απλά:

«Παίξε μου κάτι!»

Άνοιξα τη θήκη.

Έβγαλα το Μπουζούκι.

Και τότε συνέβη κάτι που μου συνέβαινε από παιδί και εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Μόλις έπιασα το όργανο, το άγχος εξαφανίστηκε.

Σε λίγα δευτερόλεπτα ο Al άφησε το πιρούνι του και σηκώθηκε όρθιος. Οι μουσικοί του άρχισαν να πλησιάζουν για να δουν τι ακριβώς έκανα. Κι εγώ, που λίγα λεπτά πριν δυσκολευόμουν ακόμη και να περπατήσω από την αγωνία, ξαφνικά βρισκόμουν στο μόνο μέρος όπου πάντοτε αισθανόμουν απόλυτα ασφαλής:

μέσα στη Μουσική.

Εκείνη η πρώτη αντίδρασή του ήταν για 'μένα κάτι πολύ περισσότερο από έναν έπαινο.

Ήταν η επιβεβαίωση ότι μια ιδέα που μέχρι τότε υπήρχε κυρίως μέσα στο μυαλό μου μπορούσε να ταξιδέψει. Μπορούσε να φύγει από τον Ταύρο, από την Αθήνα, από την Ελλάδα και να σταθεί απέναντι σε μουσικούς που είχαν διαμορφώσει την παγκόσμια ιστορία της Jazz.

Γύρισα για λίγο στο ξενοδοχείο εξαντλημένος από το ταξίδι, τη ζέστη και την ένταση της ημέρας.

Αλλά δεν μπορούσα να ξεκουραστώ πραγματικά.

Μελέτησα.

Δεν ήξερα τι θα παίζαμε το βράδυ και είχα την αίσθηση ότι απλώς θα με καλούσε στη σκηνή και θα έπρεπε να είμαι έτοιμος για οτιδήποτε.

Όταν επέστρεψα στον συναυλιακό χώρο, η εικόνα είχε αλλάξει εντελώς. Άνθρωποι κατέφθαναν κατά εκατοντάδες. Καπέλα, καθίσματα, αυτοσχέδια καθίσματα, κόσμος παντού. Ώσπου κάποια στιγμή το μάτι δεν μπορούσε πια να διακρίνει το πράσινο του γρασιδιού.

Περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι βρίσκονταν εκεί.

Λίγο πριν ανέβω στη σκηνή, είδα τον Al να κουρδίζει την Κιθάρα του. Σηκώθηκε, με αγκάλιασε και μου είπε ότι σε λίγο θα με φώναζε.

Δεν τον ρώτησα τι θα παίξουμε.

Δεν με ενδιέφερε.

Ήθελα μόνο να βγω εκεί και να παίξω.

Ήθελα να δείξω τη δική μου πρόταση για το Μπουζούκι, τη μουσική που άκουγα μέσα μου και όλα όσα πίστευα ότι μπορούσε ακόμη να γίνει αυτό το όργανο.

Εκείνο το βράδυ παίξαμε για πρώτη φορά μαζί.

Και όταν σήμερα σκέφτομαι εκείνο το καλοκαίρι, δεν είναι μόνο η συναυλία που επιστρέφει στη μνήμη μου.

Παράξενο, αλλά επιστρέφει πρώτα η διαδρομή.

Η ζέστη.

Η υγρασία.

Οι αμπελώνες της Reims.

Η καυτή άσφαλτος.

Τα πονεμένα πόδια.

Η πράσινη κρεμάστρα που είχε γίνει λαβή.

Η μαύρη θήκη.

Και ένας ήχος Κιθάρας που δυνάμωνε όσο πλησίαζα.

Ίσως τελικά έτσι λειτουργεί η έμπνευση. Δεν έρχεται πάντοτε όταν καθόμαστε μπροστά σε ένα πεντάγραμμο περιμένοντας να εμφανιστεί μια μελωδία. Μερικές φορές κρύβεται σε έναν δρόμο που περπατήσαμε, σε μια πόλη που γνωρίσαμε, σε έναν άνθρωπο που συναντήσαμε ή ακόμη και σε μια δύσκολη διαδρομή που, όταν τη ζούμε, δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο σημαντική θα αποδειχθεί.

Μετά τη Reims έγραψα και έπαιξα διαφορετικά.

Εκείνο το καλοκαίρι με έκανε να πιστέψω ακόμη περισσότερο στην ανάγκη να ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο. Να εμπιστευτώ τις μουσικές ιδέες που γεννιούνταν μέσα μου, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε προηγούμενο για αυτές.

Γι' αυτό και, αν με ρωτήσει κάποιος ποια σύνθεση γεννήθηκε εκείνο το καλοκαίρι, ίσως δυσκολευτώ να του απαντήσω με έναν μόνο τίτλο.

Γιατί στη Reims δεν γεννήθηκε απλώς μια σύνθεση.

Γεννήθηκε μέσα μου ένας διαφορετικός τρόπος να συνθέτω.

Ένα μεγαλύτερο θάρρος απέναντι στο άγνωστο. Μια ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να μην αναζητώ το ήδη δοκιμασμένο, αλλά αυτό που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Να αφήνω το Μπουζούκι να ταξιδεύει εκεί όπου το άκουγα εγώ, ακόμη κι αν μέχρι τότε κανείς δεν το είχε φανταστεί εκεί.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι.

Κι όμως, υπάρχουν φορές που πιάνω το Μπουζούκι ή την Κιθάρα για να γράψω κάτι και νιώθω ότι κάπου, πολύ μακριά, υπάρχει ακόμη εκείνος ο δρόμος.

Οι αμπελώνες.

Η ζέστη.

Και ένας νεαρός μουσικός που περπατά πάνω στην καυτή άσφαλτο της Reims, κρατώντας μια μαύρη θήκη από μια πράσινη συρμάτινη λαβή, ακούγοντας από μακριά την Κιθάρα ενός ανθρώπου που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μέσα από τη μουσική του.

Χωρίς ακόμη να γνωρίζει ότι, όταν θα τελείωνε εκείνο το καλοκαίρι, ο ίδιος δεν θα ήταν ακριβώς ο ίδιος.

Γιατί κάποια καλοκαίρια τελειώνουν μαζί με τον Αύγουστο.

Και κάποια άλλα συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις νότες μας.

Το καλοκαίρι του 2011, στους αμπελώνες της Reims, ήταν για 'μένα ένα από αυτά.

Βασισμένο στο Κεφάλαιο Νο. 8 «AL DI MEOLA», Μέρος Α΄ «Στους αμπελώνες της Reims – Γαλλία 2011», από το βιβλίο του Μιχάλη Παούρη, «Το Κεφαλαίο πρώτο γράμμα».

    Μοιραστείτε το άρθρο:

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Όταν ο Μαχαιρίτσας τιμούσε τον Μάνο Ελευθερίου στη Σύρο

    «Μια τρύπα στον καιρό… κύριε Μάνο», είχε τίτλο το αφιέρωμα που είχε κάνει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας...

    Συνέχεια

    Η στιχουργός Ουρανία Πατέλλη θυμάται το καλοκαίρι που «φυτεύτηκε» ο σπόρος της τέχνης

    Γράφει η Ουρανία Πατέλλη Τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής μου τα έχω περάσει στην Κάλυμνο,...

    Συνέχεια

    Η συγγραφέας Μαρία Παναγοπούλου θυμάται το καλοκαίρι του «Δεν θα με ξεχάσεις»

    Γράφει η Μαρία Παναγοπούλου Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009. Το πλοίο άραξε στο λιμάνι της Παροικιάς...

    Συνέχεια

    Mια αξέχαστη μουσική βραδιά με Χαλκιά και Γαργανουράκη

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε τέλη Μαρτίου του 2015 και δημοσιεύτηκε στο www...

    Συνέχεια

    O Eλευθερίου, ο Ντάλης και οι δύο προστατευμένες φωτογραφίες...

    Γράφει η Μίνα Μαύρου Συνηθίζουμε, όταν φεύγει ένας επώνυμος, να γράφουμε ανερυθρίαστα στα μέσα κοινωνικής...

    Συνέχεια

    Βασίλης Γισδάκης: «Ευγνώμων που η ζωή μού χάρισε τη συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι»

    Γράφει ο Βασίλης Γισδάκης Ήταν καλοκαίρι του 1989 τότε τραγουδούσα σε μια μουσική σκηνή στην Κέρκυρα...

    Συνέχεια

    Ο Νίκος Πλατύραχος γράφει για τον Μάνο Χατζιδάκι

    Γράφει ο Νίκος Πλατύραχος Ήταν το 1986 όταν γνώρισα τον Στέλιο Ταχιάτη, για...

    Συνέχεια

    O Mπομπ Ντίλαν εξομολογείται στον Γιάννη Φλέσσα

    Ο Μπομπ Ντίλαν και ο συνεργάτης μας Γιάννης Φλέσσας τετ α τετ. Η συνέντευξη που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε...

    Συνέχεια

    «Η Μοσχολιού είναι η Κοτοπούλη του λαϊκού τραγουδιού» έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης

    Του Παναγιώτη Μήλα Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε το χάρισμα να λέει τις απόψεις...

    Συνέχεια