Ο Βασίλης Λέκκας θυμάται τον Μάνο Χατζιδάκι
Γράφει η Λένα Λουλούδη
Το 2026 έχει οριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έτος αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 - για την ακρίβεια 101- χρόνων από τη γέννησή του. Έναν αιώνα μετά, το έργο και η σκέψη του εξακολουθούν να κινούνται μέσα μας, όχι ως μνήμη, αλλά ως ζωντανός διάλογος.
Ο ερμηνευτής Βασίλης Λέκκας θυμάται, συγκινείται, αφηγείται όχι θεωρητικά αλλά καθαρά βιωματικά... και κάπως έτσι ο Χατζιδάκις επιστρέφει όχι ως μύθος, αλλά ως ζωντανή παρουσία.
Παρακάτω παρατίθενται τρεις στιγμές ζωής που δεν επιχειρούν να εξαντλήσουν τον Χατζιδάκι-πώς είναι δυνατόν να εξαντληθεί;- αλλά να τον φωτίσουν ακόμη περισσότερο. Να δείξουν κάτι από την πολυσχιδή, απαιτητική και βαθιά ανθρώπινη φύση ενός παγκόσμιου δημιουργού.
Η πρώτη ιστορία εκτυλίσσεται σε πόλη της Βόρειας Ελλάδας. Ο Μάνος Χατζιδάκις διευθύνει, ο Βασίλης Λέκκας τραγουδά και μια ορχήστρα περίπου δεκαπέντε ατόμων ετοιμάζεται για την παράσταση. Λίγο πριν από την έναρξη, ο διευθυντής του θεάτρου, που φιλοξενεί τη συναυλία, διαπιστώνει έντρομος ότι στο κοινό βρίσκονται μόλις εικοσιένας θεατές. Ενημερώνει τον Μάνο Χατζιδάκι και του προτείνει να αναβληθεί η παράσταση. Η απάντηση είναι ατάραχη και απόλυτη.
«Θα ανεβούμε στη σκηνή και θα παίξουμε τη μουσική μας, ακόμη κι αν από κάτω υπάρχει μόνο ένας θεατής». Ο Βασίλης Λέκκας παρών σε αυτόν τον διάλογο, συγκλονίζεται από την αντίδραση του Χατζιδάκι και μέσα του καταγράφεται αυτό το γεγονός. Η παράσταση έγινε και έμεινε ανεξίτηλη στον ερμηνευτή. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Λέκκας επιστρέφει στην ίδια πόλη, στον ίδιο θέατρο, αυτή τη φορά μαζί με τον Γιάννη Σπάθα, για να παρουσιάσουν τη δική τους παράσταση. Όταν ο Λέκκας μιλά για τον Σπάθα, αναφέρεται σε ένα «πρόσωπο ιερό». Ο χώρος είναι κατάμεστος. Ο Βασίλης Λέκκας θυμάται τι είχε συμβεί τότε με τον Χατζιδάκι και, χαμογελώντας, απευθυνόμενος στο κοινό αφού τους ευχαριστεί για την παρουσία τους, λέει πως «πριν από μερικά χρόνια χάσατε μια εξαιρετική παράσταση, τότε είχαν έρθει μόνο εικοσιένα άτομα». Εκείνη τη στιγμή συμβαίνει το εξής: ένας από τους θεατές σηκώνεται όρθιος και λέει κάτι που, όπως εξομολογείται ο ίδιος ο ερμηνευτής, τον έκανε να ανατριχιάσει και που δεν θα το ξεχάσει ποτέ. «Βασίλη», του λέει, «είμαστε και οι εικοσιένας εδώ».
Η δεύτερη ιστορία μάς μεταφέρει στο στούντιο. Ο Βασίλης είχε πει στον Μάνο ότι θα περνούσε από το σπίτι του, για να πάνε μαζί, όμως καθυστέρησε και πήγε κατευθείαν στο στούντιο. Ο Μάνος δεν είχε φτάσει ακόμη, όπως συνήθως, αφού ήταν χειρότερος από τον Λέκκα στα ραντεβού. Τότε σκέφτηκε να δοκιμάσει να τραγουδήσει μόνος του, χωρίς την παρουσία του. Μαζί με τον σπουδαίο ηχολήπτη Γιάννη Σμυρναίο, λέει το τραγούδι μία φορά. Ο Σμυρναίος τού κάνει νεύμα ότι είναι εντάξει. Μετά από ώρα φτάνει ο Μάνος και του ζητά να μπει να τραγουδήσει. Τότε ο Σμυρναίος λέει «Μάνο, άκουσε κάτι». Ο Μάνος ακούει και στο τέλος, με τη χαρακτηριστική του προφορά, λέει απλώς: «Έκτακτο». Αυτή είναι η εγγραφή που ακούμε από τότε του τραγουδιού «Έλα σε μένα».
Η τρίτη ιστορία εκτυλίσσεται στην Κρήτη. Ηράκλειο, κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης».
Μεγάλη ορχήστρα, ανοιχτός χώρος, ο Μάνος Χατζιδάκις στο πόντιουμ, ο Βασίλης Λέκκας στο τραγούδι. Η συναυλία προχωρά πειθαρχημένα, με εκείνη την αυστηρή, σχεδόν αόρατη γραμμή που έθετε πάντα ο Χατζιδάκις. Κάποια στιγμή ο Λέκκας αφήνεται. Δεν είναι επίδειξη, είναι μια εσωτερική ανάγκη. Μια κορόνα στην κατάληξη ενός τραγουδιού σκίζει τον αέρα. Το κοινό ξεσπά σε ενθουσιασμό, το χειροκρότημα πυκνώνει, υπάρχει η αίσθηση του θριάμβου, εκείνη η σπάνια στιγμή που νιώθεις ότι όλα συνέβησαν, όπως έπρεπε. Όταν κατεβαίνουν από τη σκηνή, ο Μάνος τον κοιτάζει. Το βλέμμα αυστηρό, αλλά όχι ψυχρό. Με εκείνο το λεπτό, σχεδόν παιγνιώδες χιούμορ που τον χαρακτήριζε, του λέει «Εξαιρετικό. Αλλά μην το ξανακάνεις». Η φράση περιέχει τα πάντα. Την αναγνώριση, το όριο, τη πειθαρχία. Ο Λέκκας το ξαναέκανε. Χίλιες, χιλιάδες φορές.
Και υπάρχει και το τραγούδι «Κεμάλ». Ένα τραγούδι που αγαπιέται από γενιές Ελλήνων, με το οποίο στην Ελλάδα έγινε χαμός, που τραγουδήθηκε, φορτώθηκε στιγμές, ζωές, συλλογικά βιώματα. Κι όμως, η πρώτη του ανάσα δεν δόθηκε εδώ. Γεννήθηκε στο Παρίσι, στο ιστορικό Θέατρο Olympia. Εκεί το πρωτοτραγούδησε ο Βασίλης Λέκκας, σε έναν άλλο τόπο, μπροστά σε ένα άλλο κοινό και το τραγούδι βρήκε τον δρόμο του. Από εκεί ξεκίνησε, για να φτάσει πίσω, στις καρδιές μας.
«Ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ», γράφει ο Νίκος Γκάτσος. Κι όμως, πάντα υπάρχει χώρος για ένα ερωτηματικό. Για μια ρωγμή, για μια σιωπή που αφήνει το νόημα ανοιχτό. Ο Μάνος Χατζιδάκις θα σκότωνε την ελπίδα; Το ερωτηματικό μένει. Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι το πιο πιστό του αποτύπωμα.
Οι ιστορίες αυτές δεν θα υπήρχαν χωρίς τη γενναιοδωρία της μνήμης και του λόγου του Βασίλη Λέκκα. Τον ευχαριστούμε όχι μόνο για όσα αφηγήθηκε, αλλά για τον τρόπο, για την ακρίβεια, τη σεμνότητα και τη βαθιά κατανόηση ενός κόσμου που συνεχίζει να μας αφορά. Γιατί οι ιστορίες δεν γυρίζουν πίσω τον χρόνο. Ανοίγουν απλώς χώρο, για να μείνει ζωντανό αυτό που αξίζει.









































Σχολιάστε