Ο Νίκος Πλατύραχος γράφει για τον Μάνο Χατζιδάκι
Γράφει ο Νίκος Πλατύραχος
Ήταν το 1986 όταν γνώρισα τον Στέλιο Ταχιάτη, για να μου παίξει τσέλο σε δύο τραγούδια που είχα γράψει. Γίναμε πολύ φίλοι και στη συνέχεια με πήγε σε μια ηχογράφηση του Μάνου Χατζιδάκι, ήταν εξέχων μουσικός του τότε.
Ήταν Αύγουστος θυμάμαι, άδεια η πόλη, μόνο ο Μάνος και η μουσικοί του δούλευαν. Η ηχογράφηση ήταν του έργου «Οι μύθοι μιας γυναίκας» και γινόταν στο στούντιο Σιέρρα.
Το πρώτο αντίκρισμα της εικόνας του ήταν για 'μένα πολύ ιδιαίτερο, σαν να εξέπεμπε μια κόκκινη αύρα αυτός ο άνθρωπος. Ο Στέλιος μάς σύστησε και ο Μάνος μ' ένα πλατύ χαμόγελο μού πρότεινε ευγενέστατα να καθίσω να παρακολουθήσω την ηχογράφηση, όπως και έγινε για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Το βίωμα ήταν μοναδικό, ο ήχος που έβγαινε από τα χέρια του, όταν διηύθυνε ήταν κάτι πάνω από μαγεία και μάλιστα με τα ελάχιστα δυνατά μέσα, πολύ συχνά με δύο ή τρία όργανα.
Για 'μένα ήταν μια ολοκληρωτική αποκάλυψη. Δηλαδή, όσο και αν ήξερε κανείς τη μουσική του, τον ίδιο τον άνθρωπο, τα κείμενα που έγραφε, τις απόψεις του, το Τρίτο Πρόγραμμα και τόσα άλλα, η άμεση επαφή μαζί του τα πολλαπλασίαζε όλα αυτά. Δεν μπορεί δυστυχώς να μεταφερθεί η εμπειρία αυτή σε μια απλή περιγραφή. Έτσι, νιώθω πολύ τυχερός που τον γνώρισα και φτάσαμε μάλιστα και να συνεργαστούμε.
Στη συνέχεια και αφού είχε δημιουργήσει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, μεσολάβησε η Κική Μορφονιού, ώστε να μου ανατεθεί η ενορχήστρωση του έργου «Ματωμένος Γάμος» για μία συναυλία αφιέρωμα στον F. G. Lorca, που θα γινόταν στο (επίσης τότε νεόκοπο) Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο Μάνος συμφώνησε μεν, με μεγάλη επιφύλαξη δε, μιας και δεν με γνώριζε τόσο καλά, ώστε να μου εμπιστευτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Όταν όμως έφτασε η παρτιτούρα μου στα χέρια του, με πήρε τηλέφωνο στη Γερμανία, που ακόμα σπόυδαζα τότε και με τη γενναιοδωρία του ανθρώπου που δεν φείδεται του καλού λόγου, εκεί που εκείνος θεωρεί ότι αξίζει, μου μίλησε με τα καλύτερα λόγια και μου πρότεινε μάλιστα να βρω μια Ελληνίδα, να παντρευτώ, για να με έχει κοντά του!
Όπως καταλαβαίνετε, η χαρά μου ήταν τεράστια! Πηγαινοερχόμουνα για τις πρόβες του έργου και μέσα σε ένα κλίμα υπερβατικής δημιουργικότητας που ο Μάνος πάντα δημιουργούσε γύρω του, έγινε αυτή η πρώτη συναυλία, όπου έπεσε ο σπόρος της μετέπειτας συνεργασίας μας.
Μετά κάναμε πολλά σε επίπεδο ένορχηστρώσεων, αλλά και όχι μόνο. Το πιο τιμητικό ήταν ότι μου ανέθεσε την σύνθεση μιας όπερας ειδικά για την Ορχήστρα των Χρωμάτων, με αντικείμενο που θα εφάπτετο των τότε εθνικών θεμάτων που δεν ήταν άλλο από ...τα Σκόπια! Θα ήταν μία σαρκαστική θεώρηση του προβλήματος με 5 πρωταγωνίστριες - πόλεις του κόσμου, όπου διεκδικούν όλες το όνομα Μακεδονία και τσακώνονται μεταξύ τους! Επίσης, μου είχε αναθέσει την ενορχήστρωση του έργου «Τα τραγούδια της αμαρτίας», σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου και ερμηνευτή τον Ανδρέα Καρακότα, που δεν είχα γνωρίσει ακόμα τότε και που στη συνέχεια εκτίμησα επίσης βαθύτατα. Δυστυχώς, όλα αυτά τα πήρε η μοίρα και τα έθαψε στην Παιανία.
Εδώ όμως νομίζω αξίζει να σας διηγηθώ ένα αστείο περιστατικό που αφορά και τον συνοδοιπόρο του, Μίκη Θεοδωράκη.
Ήταν λίγο πριν πεθάνει ο Μάνος, όταν βρέθηκα στο σπίτι του και του έβαλα να ακούσει ένα κομμάτι (ορχηστρικό ακόμα τότε) που το το ονόμαζα «Une fois a Paris». Tου άρεσε πάρα πολύ, ήταν και στο στυλ του ομολογουμένως, ήθελε μάλιστα να το δισκογραφήσουμε και εκεί έμειναν όλα αυτά τα σχέδια. Μετά τον θάνατό του, έβαλα και στίχους στο κομμάτι αυτό, το ονόμασα «Το τραγούδι του Μάνου» και το αφιέρωσα στη μνήμη του. Πολλά χρόνια αργότερα γύρω στο 2012 βρέθηκα στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη, όπου του πήγα να ακούσει τον νέο μου δίσκο «Ονειρογραφία», μέσα στον οποίο υπήρχε και «Το τραγούδι του Μάνου», με λόγια πλέον. Ο Μίκης έδειξε τον ενθουσιασμό του για αυτό το τραγούδι, μάλιστα το άκουσε δύο και τρεις φορές. Στη συνέχεια του είπα:
-Σκεφτείτε ότι αυτό το τραγούδι πρόλαβε και το άκουσε ο Μάνος, πριν πεθάνει.
-Μα πώς, μου λέει, το άκουσε αυτός είναι ο επιθανάτιος του Μάνου πρόλαβε και το άκουσε πριν πεθάνει;
-Ναι... ναι, του απαντώ, γιατί τότε ήταν ακόμα ορχηστρικό δεν είχα βάλει τους στίχους.
-Μα πρόλαβε και άκουσε τον επικήδιό του, πριν πεθάνει ο Μάνος;
-Ναι, ναι, ναι, του λέω, πρόλαβε...
Και αφού επανέλαβε δυο-τρεις φορές την ίδια ερώτηση στο τέλος μου λέει:
-Καλά, καλά, εμένα δεν μου έχεις γράψει τίποτα έτσι;;;
Κλείνοντας, θέλω να πω ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι με τις τεράστιες διαφορές και ομοιότητές τους, μας άφησαν μια πολύ μεγάλη κληρονομιά που θα τροφοδοτεί και θα δίνει ζωή στο μέλλον μας για πολλά χρόνια ακόμα.
Είθε η μνήμη τους να παραμείνει αιωνίως στο βάθρο που της αξίζει.


























































Σχολιάστε