Αφιερώματα

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι

Γιώργος Ζαμπέτας: «Με το μπουζούκι γεννήθηκα, με το μπουζούκι θα πεθάνω…»

Γράφει ο Κώστας Προβατάς

Αν περάσεις μια βόλτα από την πλατεία Δαβάκη στο Αιγάλεω, θα συναντήσεις την προτομή του Γιώργου Ζαμπέτα, την οποία φιλοτέχνησε ο εξαίρετος Κύπριος γλύπτης, Γιώργος Μαυρογένης.

Μ' αυτόν τον τρόπο, το Αιγάλεω αποφάσισε να τιμήσει την ιδιαίτερη αγάπη που είχε ο δεξιοτέχνης του λαϊκού τραγουδιού με την περιοχή. Μια αγάπη που ξεκίνησε από το 1940, τότε που η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω. Από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απέκτησε ένα «ιερό» δέσιμο με την πόλη, της οποίας εμπνεύστηκε και χάρισε το προσωνύμιο «Σίτι», που υιοθετήθηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από τους κατοίκους.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας (25/1/1925 – 10/3/1992), ήταν Έλληνας συνθέτης, τραγουδιστής και ξεχωριστός δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Κάτι που ξεκίνησε να το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος από πολύ μικρός, όταν στο κουρείο του πατέρα του, Μιχάλη, που βρισκόταν ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν από το θάνατό του.

«Όλα μου τα προβλήματα, με το μπουζούκι τα συζήτησα. Είναι η ψυχή μου, του έχω δοθεί ολόκληρος».

Το φαινόμενο «Ζαμπέτας» δεν είναι εκείνο που όταν έρθει η στιγμή για ένα αφιέρωμα, να είναι τέτοιο που θα αφορά αμιγώς και μόνο ιστορικά, βιογραφικά στοιχεία και θα αναφέρεται στα πολύ γνωστά κι αγαπημένα διαχρονικά τραγούδια που μας άφησε κληρονομιά. Κι αυτό για πολλούς διαφορετικούς και ουσιαστικούς λόγους.

Αρχικά η περίφημη «ψυχούλα» του που την έδινε στο παίξιμό του, πάνω από «όλα τα εκατομμύρια του κόσμου».

«Αν δεν δώσεις ψυχούλα εδώ (δείχνοντας το μπουζούκι) και εδώ (δείχνοντας το λαιμό, το λαρύγγι), άστο καλύτερα…».

Ο μουσικός παραγωγός και μάνατζερ, Γιώργος Ψωμόπουλος, σχολιάζει: «Έγραφε εισαγωγές σε τραγούδια που δεν φαντάζεσαι, τον εμπιστεύονταν πολύ οι μεγάλοι συνθέτες και ο ίδιος υπήρξε πολύ φίλος με τον Χατζιδάκι. Ο Θεοδωράκης δεν έβαζε το όνομά του στους δίσκους ως σολίστ και αυτό ο μπάρμπα-Γιώργος το είχε παράπονο. Πάντως, ο Ζαμπέτας -και ας μην αποκαλούσε τον εαυτό του συνθέτη ή καλλιτέχνη- άνοιξε μια δικιά του σχολή, έναν καθαρό, δικό του δρόμο, τον οποίο διάβηκαν πολλοί καλλιτέχνες αργότερα. Σαν να ίδρυσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο παίξιμο, στο στιλ, την έκφραση πάνω στο πάλκο. Κατά την άποψή μου, ελέω Ζαμπέτα, τραγούδησε ο Σαββόπουλος και αρκετοί άλλοι».

Έπαιξε με όλους και για όλους, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Πλέσσα, αλλά, ξεκινώντας από τον Τσιτσάνη (κάπου στα 1938 στα 13 του χρόνια). Ο ίδιος ο Ζαμπέτας δεν έγραψε στίχους, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, αλλά σεβόταν και αγαπούσε πολύ το ρεμπέτικο τραγούδι και ας μην πίστευε στους διαχωρισμούς του λαϊκού, του ελαφρού και του ρεμπέτικου. Τα θεωρούσε όλα ελληνικά τραγούδια. Μεγάλες του επιρροές στάθηκαν ο Παγιουμτζής -τον οποίο υπεραγαπούσε και έκανε παρέα, αλλά και συνεργασίες μαζί του, επίσης ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 εξάλλου δηλώνει επαγγελματίας και συνεργάζεται στο ρεμπέτικο πάλκο και με τον Γιώργο Μπάτη, τον Δημήτρη Γκόγκο, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, τον Χρηστάκη, την Άννα Χρυσάφη.

«Καλύτερος απ' όλους ήταν ο Μητσάκης», έλεγε ο Ζαμπέτας.

Ο Μητσάκης ήταν ο άνθρωπος που τον έβαλε πρώτη φορά σε ταινία! Στην ταινία «Ο Πύργος των Ιπποτών», ο Ζαμπέτας παίζει με την ορχήστρα του Μητσάκη το «Μια Γυναίκα, Δύο Άνδρες».

Ήταν τότε, το 1952 πολύ νέος και μόλις είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός. Τη μουσική του φιλμ έγραψε ο Αργύρης Κουνάδης, ο οποίος αξιοποίησε το νεαρό μουσικό, δίνοντάς του την ευκαιρία για την πρώτη εμφάνιση στο μαγικό πανί, δίπλα στον Πέτρο Κυριακό, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Τίποτε σπουδαίο, απλά μια αρχή ως μέλος της ορχήστρας, που έπαιζε σε κάποια σκηνή.

Από εκεί και ύστερα, συμμετείχε σε εκατοντάδες ταινίες, είτε με τη φυσική του παρουσία, είτε έχοντας επιμεληθεί τη μουσική ή εμπλουτίσει τις μουσικές άλλων συνθετών. Η παραγωγικότερη περίοδος για τον μεγάλο δάσκαλο ήταν η "χρυσή" για τον κινηματογράφο και το τραγούδι δεκαετία του 1960.

Οι αριθμοί λένε πολλά! Το 1963 ο Ζαμπέτας έγραψε μουσική ή εμφανίστηκε σε έξι ταινίες, το 1964 σε επτά, το 1965 σε δεκαπέντε, το 1966 σε οκτώ, το 1967 σε δεκαπέντε, το 1968 σε δεκαπέντε και το 1969 σε εννέα. Η τελευταία σπουδαία χρονιά, ήταν το 1971, όταν εμφανίστηκε σε οκτώ ταινίες. Το 1981 όταν πια ο εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος είχε κατ' ουσίαν "εκπνεύσει", ο Χρήστος Κυριακόπουλος γύρισε την ταινία "Κορόιδο, Ρωμιέ" σε σενάριο του Γιώργου Λαζαρίδη. Σ' αυτήν ο Ζαμπέτας πραγματοποίησε το τελευταίο κινηματογραφικό του πέρασμα, δίπλα στον Γιάννη Γκιωνάκη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τη Νέλλη Γκίνη και τον Αντώνη Παπαδόπουλο.

Η κινηματογραφική προσφορά του Γιώργου Ζαμπέτα ήταν γνωστή, καθώς πολλά, ίσως τα περισσότερα από τα τραγούδια που έγραψε για τις ταινίες, έκαναν μεγάλη πορεία εκτός των αιθουσών, μέσω της δισκογραφίας και όχι μόνο. Ένα από αυτά, το "Σήκω χόρεψε συρτάκι", με την φωνή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, χαρακτήρισε την εποχή του και έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που βγήκαν ποτέ από το ελληνικό σινεμά.

Ωστόσο για το συρτάκι, την επίδρασή του στον κόσμο, το όνομά του, ακόμα και την πίκρα του για κάποια δεδομένα, τα διαβάζουμε στη βιογραφία του, με τίτλο "Και η βρόχα έπιπτε…στρέιτ θρου", όπως τα διηγήθηκε στην Ιωάννα Κλείσιου.

«Θα κάναμε εκείνη την εποχή την ”Κόρη μου τη σοσιαλίστρια” στο θέατρο με το Σακελλάριο και μου είχε δώσει τα λόγια απ' το ”Σήκω χόρεψε συρτάκι” και δε μπορούσα να τους βάλω μουσική. Οι στίχοι μου φέρνανε στο μυαλό μου συνέχεια το τραγούδι με τον Καζαντζίδη, ”Σήκω χόρεψε κουκλί μου”. Παιδευόμουν μέρες, γύρω στις δέκα μέρες, δε μου έβγαινε, είχα κολλήσει. Μου θύμιζε την άλλη πλευρά, την τουρκοτσιφτετέλικη, με βασάνιζε πολύ, εγώ δεν ήθελα να γίνω τουρκοεισπράκτορας…

Μια μέρα, από την αγωνία μου το σκεφτόμουν και στον ύπνο μου, το ονειρεύτηκα κανονικά. Σηκώνομαι όρθιος, πετάγομαι και πάω και το φτιάχνω. Παίρνω τηλέφωνο τον Αλέκο, πάει τελείωσε του λέω, έφτιαξα το συρτάκι. Tου το έβαλα και συγκινήθηκε, ευχαριστήθηκε πολύ.

Τη λέξη συρτάκι ο Σακελλάριος την πρωτοείπε, την πρωτοέβαλε σε τραγούδι τότε.

Τον χορό συρτάκι τον έχει χρεωθεί ο Θεοδωράκης. Του έπαιξα εγώ τα κομμάτια και μετά πήρε άλλους και του κάνανε τον ”Ζορμπά”. Ο πρώτος Ζορμπάς, το μοτίβο του Ζορμπά είναι το ”Στρώσε το στρώμα σου για δυο” που του το έπαιξα εγώ. Εγώ το κέντησα και το διόρθωσα, αλλά δεν μου έβαλε το όνομα και τον καταδίκασα. Ο Θεοδωράκης είναι τιμωρημένος πολύ από 'μένα πια, από το δίσκο τη ”Γειτονιά των αγγέλων”, τον μεγαλύτερο δίσκο της Ελλάδας!

Το συρτάκι είναι το γρήγορο χασαποσέρβικο, το τύπου κοζάκικο. Σαν χορός υπήρχε, αλλά το βάφτισε συρτάκι αυτός. Αλλά συρτάκι, απ' ό,τι ξέρω, υπήρχε ένας χορός κρητικός, σαν τον πεντοζάλη. Τέλος πάντων… Πάντως, το συρτάκι έγινε ευρέως γνωστό και παγκοσμίως μετά την ταινία που κάναμε με τον Σακελλάριο. Και οι Τάταροι ”Σήκω χόρεψε συρτάκι” τραγούδαγαν! Τατάρικα το λέγανε!».

Από αυτήν την ιστορία με το συρτάκι, προέκυψε ακόμα μία με το ίδιο θέμα, τουλάχιστον για τον «Βίο και Πολιτεία» του Ζαμπέτα. Το συρτάκι δηλαδή, αλλά στην κινηματογραφική πια έκδοση και τα ποσοστά αποζημίωσης. Συνεχίζει λοιπόν ο δάσκαλος Ζαμπέτας στην παραπάνω περιγραφή του στην Ιωάννα Κλείσιου:

«Όταν γραμμοφωνάμε στην COLUMBIA με τη Βουγιουκλάκη τα τραγούδια ”Σήκω χόρεψε συρτάκι” και ”Δημήτρη μου , Δημήτρη μου” και τα άλλα, φωνάζει η Βουγιουκλάκη μπροστά μου τον Λαμπρόπουλο και του λέει, Τάκη, για άκου εδώ, αρκετά έχουμε αδικήσει τον Ζαμπέτα, από αυτά τα τραγούδια όλα τα ποσοστά θα τα πάρει αυτός, δεν θα τα πάρουμε εμείς.

Και ξεκινάω μια ωραία πρωία να πάω στον Λαμπρόπουλο να πάρω τα παιχτικά μου, σ' όσους δίσκους είχα παίξει και του λέω με τα ποσοστά της Αλίκης τι έγινε και μου απαντάει τόσο βλάκας είσαι, αυτοί τα πήρανε όλα από τον πρώτο μήνα και προκαταβολικά κι οι δυο τους.

Χαμογελώντας πήρα την ουρά μου κι έφυγα και έλεγα μόνος μου… Μ@λάκα, που πιστεύεις τόσο εύκολα αυτά που σου λένε ,αλλά γεια σου, ρε Ζαμπέτα, ποτέ να μην πεθάνεις, γεια σου, ρε, γιατί είσαι μάγκας και δερβίσης, κανένας δεν μπορεί να σου βγει στη μαγκιά, κανένας δε μπορεί να σε δρασκελίσει, κανένας, ρε δε σου μοιάζει, δεν είναι σαν και σένα….

Γιατί ήμουν ευθύς σε όλα, ποτέ μου δεν έχω υπογράψει συμβόλαιο με κανέναν, πάντα ο λόγος μου μέτραγε. Ο λόγος μου κιλό. Μέτραγε…».

Όλα πάντως άρχισαν με τους καλύτερους οιωνούς, με το Όσκαρ του "Ποτέ την Κυριακή", στο οποίο ο Ζαμπέτας ήταν ο κορυφαίος σολίστ της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι, στα "Παιδιά του Πειραιά".

Ο Γιώργος Ζαμπέτας εκτιμούσε και σεβόταν πολύ τον Μάνο Χατζιδάκι, τον «αυτοκράτορα της μουσικής», όπως τον αποκαλούσε, χάρη στον οποίο, ίσως, ακολούθησε και το ενδιαφέρον των μεγάλων συνθετών για τον Ζαμπέτα.

«Στον Χατζιδάκι ποτέ κανένας δεν πρόσθετε τίποτα στη μουσική, έτσι κι εγώ μόνο χρώματα έβαλα, μόνο χρώματα. Και δεν πέρασε δίσκος ή τραγούδι που να μην βάλει τ' όνομά μου», είπε.

Η συνάντηση με τον Χατζιδάκι

«Μάντεψε ποιος ήρθε στο μαγαζί», είπε ο Ζαμπέτας μία μέρα στην γυναίκα του.

«Ο Μανόλης ο Χατζιδάκις! Το φαντάζεσαι; Κάθισε σε ένα τραπέζι μόνος του και μας άκουσε πολύ προσεκτικά. Ξέρεις, αυτός έχει σπουδάσει μουσική, αλλά τώρα τον βλέπω να σπουδάζει την μπουζουκοκατάσταση και την μπουζουκοϊστορία. Μου φαίνεται πως μας γουστάρει πολύ!», λέει στο βιβλίο της «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω» που έγραψε η Κατερίνα Ζαμπέτα για τον πατέρα της.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ήρθε και η πρόταση να παίξει στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Ο Ζαμπέτας περιγράφει την πρώτη φορά που άκουσε στο πιάνο το βραβευμένο με Όσκαρ τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»:

«Ε, την άλλη μέρα να τ' απόγευμα να πούμε, ξεκίνησα, πήγα με το μπουζούκι μου στο σπίτι του Μανόλη. Πάμε σε ένα σπίτι, Λεωφόρο Αμαλίας. Σ' ένα σπίτι ψηλό, σ' ένα παλιό αρχοντικό, ανεβήκαμε απάνω,

"καλώς τον Γιώργο", μου λέει ο Μανόλης. Πάμε μέσα, ήτανε πολλοί μαζεμένοι. Αλλά εμένα με πήρε και μ' έβαλε μέσα εκεί που υπήρχε ένα πιάνο. Και κάθεται με το πιάνο, βγάζω κι εγώ το μπουζούκι κι αρχινάει να παίζει. Και μου παίζει "Τα παιδιά του Πειραιά". Αυτό ήτανε. Του λέω, κάτσε να το μάθω. Μία, δύο, τρεις να πούμε, το πέρασε, το 'παιζα.

"Μπράβο ρε Μανόλη» του λέω. "Μπράβο ρε Μανόλη. Ωραίο πράγμα", του λέω.

"Πώς έτσι; Σ' αρέσει;" μου λέει. "Τι λες ρε Μανόλη του λέω; εκατομμύρια δίσκοι!". Το προαίσθημα ήταν προφητικό».

Ο άνθρωπος αυτός δεν κατάφερε ποτέ να πάρει έναν χρυσό δίσκο! Απίθανα πράγματα. Ο άνθρωπος που γέμιζε και κρατούσε μόνος του όποιο μαγαζί και αν τον... φιλοξενούσε. Από Δευτέρα ως Κυριακή.

Ο Ζαμπέτας ήταν αυστηρός στο θέμα της ελληνικής μουσικής, μισούσε τα pop και τα rock ακούσματα που ξεκίνησαν να έχουν οι νέοι -και τα παιδιά του, φυσικά- από τη δεκαετία του '60 και ύστερα, παρά το γεγονός ότι είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, για να παίξει και να τραγουδήσει. Και όχι μόνο γι' αυτό, είχε άποψη ολοκληρωμένη μέχρι και για την… κλασσική μουσική.

«Μπετόβεν και Μπαχ: δεν τους γουστάρω, τους θεωρώ σαν να μην υπάρχουν (!)»

Κάθε τραγούδι του Ζαμπέτα κρύβει θησαυρούς αληθινών ιστοριών: «Ο Πενηντάρης», λίγο προτού κλείσει ο Ζαμπέτας μισό αιώνα ζωής, το «Ήρθα και Απόψε στα Σκαλοπάτια σου», για τους επικούς καβγάδες και τις συγκινητικές επανασυνδέσεις με τη γυναίκα του, το «Αν μας Σπάσουν το Μπουζούκι», το δώρο της Παπαγιαννοπούλου στον Ζαμπέτα για τη σχέση αστυνομίας-μπουζουκιού, το «Σταλιά, Σταλιά» που απέρριψε η Βουγιουκλάκη και έξυπνα ζήτησε η Μαρινέλλα και απογειώθηκε, το οποίο ο Ζαμπέτας είχε εμπνευστεί από τον μονότονο θόρυβο μιας μηχανικής βλάβης σε ένα ταξί στο Λονδίνο και τόσα άλλα ακόμη. Και από την Αμερική και τον σπουδαίο Θεοδόση Άθα, έφτιαξε στην κυριολεξία ένα μνημειακό έργο μιας αληθινής ιστορίας, όπως αυτής του «Τζακ Ο' Χάρα», αποδίδοντας μοναδικά ένα στιλ «black song» (μαύρο τραγούδι).

«… ο θάνατος είν' έξοδο κι ο Τζακ σε αδιέξοδο».

Μια τραγική συγκυρία του «κύκλου» Ζαμπέτας, είναι η ημερομηνία 10 Μαρτίου που έφυγαν από τη ζωή ο μεγάλος συνθέτης το 1992, αλλά και ο γιος του, Μιχάλης, το 2008.

Σε μια άλλη εντυπωσιακή συγκυρία που αφορά τον Ζαμπέτα, είχα αναφερθεί σε άρθρο μου για τον μήνα Μάρτιο στο www.mousikogramma.gr

(https://www.mousikogramma.gr/se_aspro_mauro/arthro/o_martios_en_xordais_kai_organois-4078/).

O Γιώργος Ζαμπέτας υποστήριζε τον Παναθηναϊκό. Στα απρόσμενα, ότι γεννήθηκε το 1925, όταν ιδρύθηκε ο Ολυμπιακός. Ο Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιά ιδρύθηκε την 10η Μαρτίου, ημερομηνία που έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Το 1975 στο δίσκο «Λεωφόρος Ζαμπέτα», το πέμπτο τραγούδι της πρώτης πλευράς του δίσκου ήταν «Το βοτάνι της αγάπης», με μια λαϊκή χορωδία, μαζί με την οποία τραγούδησε και ο Γιώργος Ζαμπέτας. Στο οπισθόφυλλο, δίπλα στον τίτλο του τραγουδιού, υπήρχε το όνομα του Μάνου Ελευθερίου, αλλά στην ετικέτα του δίσκου, το «Βοτάνι» χρεώθηκε στον συγγραφέα και στιχουργό Ναπολέοντα Ελευθερίου, ο οποίος υπέγραφε κι άλλα δυο τραγούδια. Αυτό ήταν το πρώτο και τελευταίο τραγούδι που έγραψαν ο Γιώργος Ζαμπέτας με τον Μάνο Ελευθερίου, όσο ο λαϊκός συνθέτης ήταν στη ζωή. Κι αυτό γιατί, τρία χρόνια μετά τη φυγή του, ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε στίχους πάνω σε ανέκδοτη μουσική του δύο τραγουδιών, που παρουσιάστηκε στο δίσκο «Αχ κυρία αμαρτία» της Δήμητρας Παπίου.

Ο Ζαμπέτας ήταν αυτός που έδωσε την ώθηση στην καριέρα του Τόλη Βοσκόπουλου, εκτός άλλων, με την περίφημη «Αγωνία», σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) το 1968. Αλλά πριν από αυτό, το 1967, ήταν εκείνος που επέμεινε, ώστε ο Βοσκόπουλος να πάρει τη θέση του Πουλόπουλου σε μια θεατρική παράσταση (αδυνατούσε να πάει ο Γιάννης Πουλόπουλος) και να τραγουδήσει το «Μανούλα μου μανίτσα μου, θα πάρω τη βαλίτσα μου…» (στίχοι Σακελλάριου). Και να τι λέει σχετικά ο Ζαμπέτας:

«Πάω στην πρεμιέρα και τι να δω. Είχε πάρει όλη την παράσταση στην πλάτη του ο Βοσκόπουλος γιατί ήταν δύναμη ο μπάσταρδος...Το 'χε πει το τραγούδι και το' χε κάνει λιώμα! Όλη την επιτυχία την είχε πάρει με τη «Βαλίτσα» μου ο Τόλης Βοσκόπουλος».

Χαρακτηριστική του ήθους του μεγάλου δημιουργού ήταν και η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος τον θεωρούσε δεύτερο πατέρα του:

«Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι, ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».

Εξάλλου ο ίδιος ο Ζαμπέτας είχε πει για τον Μητροπάνο στη Λιάνα Κανέλλη το 1990 (εκπομπή «Ψηλά τα χέρια», MEGA Channel):

«Εγώ τον έφτιαξα τον Μητροπάνο, τον Βλάχο -έτσι τον λέω εγώ-, όταν ο Θεοδωράκης τον είχε πετάξει. Εγώ του έδωσα δυο τραγούδια, ένα του Δημήτρη Χριστοδούλου, το «Μεταξουργείο» και αργότερα του Τσάντα, τον «Ξενύχτη».

Ο Μητροπάνος έδωσε για τον τάφο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, εκείνη την εποχή, 1.000.000 δραχμές, αφού η οικογένεια δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του μνήματος. Αποκάλυψη της Κατερίνας Ζαμπέτα στην εφημερίδα Espresso:

«Ο Μητροπάνος έφτιαξε το μνήμα του πατέρα μου Γιώργου Ζαμπέτα και ζήτησε από τη μάνα μου να μην το μάθει κανείς. Δεν το ήξερε ούτε η οικογένεια του Δημήτρη. Μεταξύ τους είχαν μια σχέση πατέρα - γιου».

Τότε ο Μητροπάνος είχε πει στη σύζυγο του Γιώργου Ζαμπέτα:

«Δεν θέλω να το μάθει κανείς Αργυρώ. Αυτό θα είναι μυστικό μας».

Τέσσερα χρόνια αργότερα η Αργυρώ Ζαμπέτα έφυγε από τη ζωή και, πριν πεθάνει, το εκμυστηρεύτηκε στην κόρη της, λέγοντας:

«Παιδί μου, να το ξέρεις. Τον τάφο του πατέρα σου τον έφτιαξε ο Μητροπάνος».

Ο Γιάννης Γιοκαρίνης θυμάται:

«Το 1974, όταν ήμουν στους 2002GR και κάναμε πρόβα στο "Ροδίνι", ένα μαγαζί στη Ρόδο, συναντηθήκαμε με τον Ζαμπέτα και τον ρωτήσαμε με μια κάποια συστολή αν είχε φέρει μαζί παρτιτούρες και λοιπά. Ο Ζαμπέτας γέλασε και είπε ότι είχε φέρει Μίκυ Μάους για να διαβάσουμε, αν θέλαμε, ντε και σώνει, να διαβάσουμε κάτι.

"Εμένα θα βλέπετε, μωρέ", μας είπε και μας κόμπλαρε. Δεν τον συνάντησα ποτέ ξανά. Αλλά εκείνη τη μέρα, είχα μπροστά μου έναν ροκ σταρ. Έναν Mick Jagger».

Δημιουργίες του όπως «Τα δειλινά», «Τα ξημερώματα», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ», «Οι θαλασσινοί», «Μάλιστα κύριε», «Το καράβι», «Αυτοί που φεύγουν», «Επεμβαίνεις» κ.ά. παρέμειναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες του μουσικού στερεώματος, σύμφωνα και με δήλωση του Λευτέρη Παπαδόπουλου:

«Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σόουμαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που, αν είχε γεννηθεί στην Αμερική, θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!».

Ο Γιώργος Σαγιάς θυμάται -έτι περαιτέρω- ότι το «Χίλια Περιστέρια», σε στίχους της βιογράφου του και δημοσιογράφου, Ιωάννας Κλειάσιου, το συνέθεσε ο Ζαμπέτας σε μόλις λίγα λεπτά της ώρας, μια μέρα των αρχών του '90. Ο ίδιος λέει ότι:

«… ξεκίνησε να γρατζουνάει το μπουζούκι κάπως μουντά και ύστερα το απογείωσε. Συγκλονιστική στιγμή ατόφιας έμπνευσης και δημιουργίας».

Και προσθέτει:

«… ο Ζαμπέτας ανήκει στην κατηγορία μουσικών που έπαιζαν ό,τι ήθελαν, όχι ό,τι μπορούσαν και ήταν σαν να έφερνε το μπουζούκι μες στην ψυχή του, όχι απλώς να το κρατούσε στα χέρια του».

Ο Ζαμπέτας συνδέθηκε ιδιαίτερα με δύο στιχουργούς, με τους οποίους κατέγραψε σχεδόν όλα τα σπουδαία τραγούδια του. Ο ένας ήταν ο περίφημος «Τσάντας», ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης. Τόσο συνεπής, που, πριν φύγει από τη ζωή, άφηνε τελευταία του επιθυμία να δοθεί ένα χαρτάκι με καινούργιους στίχους στον Ζαμπέτα. Ήταν το «Πού 'σαι Θανάση»… Ένα τραγούδι που έχει περάσει από πολλές αποκωδικοποιήσεις για το ποιος ήταν ο Θανάσης. Και στα ξενυχτάδικα η «αργκό» πάντα είχε και το δικό της λεξικό, αφού «Θανάσης» δεν ήταν μόνο το γνωστό παιχνίδι της τράπουλας ή κάποιος «Θανάσης», αλλά ήταν και ο ναργιλές…

Λέει ο Ζαμπέτας στη βιογραφία του:

«...το 1952 ηχογραφώ το πρώτο μου τραγούδι στην Columbia, τότε που ανέβαινε κι ο Καζαντζίδης, αλλά δεν μου τον δώσανε, μου δώσανε τον Τσαουσάκη. Το “Σαν σήμερα, σαν σήμερα” σε στίχους του Χαράλαμπου του Βασιλειάδη. Οικτρά αποτυχία!... Βάζω μετά όμως του Καζαντζίδη, το “Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω” πάλι σε στίχους του Τσάντα... Έχω πελάτες που με αγαπάνε πολύ κι έρχονται στο μαγαζί μου για 'μένα, έχει αρχίσει πια το όνομά μου να μετράει. Κάνω τότε και το τραγούδι με τον Καζαντζίδη που γίνεται ανάρπαστο και είμαι σε πολύ καλή σειρά».

«Αυτός που ήτανε τρέλα, ήτανε ο γέρος. Αυτός ήτανε μπαξές! Ερχότανε ο Μπάμπης στο σπίτι και καθόμαστε ώρες ατέλειωτες. Γράψε-σβήσε συνέχεια. Του έλεγα τη βλέψη μου για κάθε τραγούδι κι αμέσως τό 'γραφε, μεγάλη ευχέρεια στο γράψιμο...».

Για τα τραγούδια των Ζαμπέτα-Βασιλειάδη, οι τίτλοι και μόνο, μιλούν από μόνοι τους: “Ζαλούμπα”, “Μεξικάνα”, “Βραζιλιάνα μου γλυκειά”, “Στάσου στο 16”, “Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου”, “Ο αράπης”, “Ο πιο καλός ο μαθητής”, “Κυρ' Αλέκο”, “Τα δειλινά”, “Πάει-πάει”, “Πατέρα κάτσε φρόνιμα”, “Ακου τ' αηδόνια”, “Αγωνία”, “Ο ξενύχτης”.

Ο άλλος ήταν ο Αλέκος Καγιάντας, άνθρωπος με βιογραφικό, αλλά δεν έχουμε ούτε καν… φωτογραφία. Κι έτσι δημιουργήθηκε το σούσουρο, ότι ο Καγιάντας δεν υπάρχει και κάποιος άλλος είναι πίσω από αυτήν την ταυτότητα. Το σούσουρο απέκτησε οντότητα, πως καλυμμένος έγραφε για τον Ζαμπέτα ο Γιάννης Καλαμίτσης. Ο αείμνηστος εξάλλου είχε παραδεχθεί ότι έχει γράψει πολλούς στίχους με ψευδώνυμο, αλλά ποτέ δεν αποκάλυψε ποιο ήταν αυτό.

Ο Αλέκος Καγιάντας, κατά τα λεγόμενα του Ζαμπέτα, βρισκόταν μετανάστης στη Γερμανία και του έστειλε στίχους του, όταν εκείνος την περίοδο '69-'70 τραγουδούσε στο κέντρο «Αναμνήσεις».

Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν «Ο Αλήτης», «Το γράμμα και η φωτογραφία», «Που ήσουν και που χάθηκες», «Μάλιστα κύριε» και το αυτοβιογραφικό «Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν».

Ο Ζαμπέτας, όταν διάβασε τους στίχους, ενθουσιάστηκε.

«Σαλεύουνε οι στίχοι», σχολίασε,αναγνωρίζοντας το πηγαίο ταλέντο του Καγιάντα. Έτσι, όταν μπόρεσε, ταξίδεψε στο Μόναχο, όπου βρισκόταν, για να τον συναντήσει και να αρχίσουν μια συνεργασία που γέννησε τεράστιες επιτυχίες.

Από τη βιογραφία του συνθέτη «ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ: ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ» «ΚΑΙ Η ΒΡΟΧΑ ΕΠΙΠΤΕ... ΣΤΡΕΙΤ ΘΡΟΥ" της Ιωάννας Κλειάσιου, μεταφέρουμε αποσπάσματα από δηλώσεις σπουδαίων συνεργατών και συνοδοιπόρων ή άλλων συνθετών:

"...Ο βίος και η πολιτεία του Γιώργου Ζαμπέτα είναι ένα οδοιπορικό τόσο του δικού του βίου όσο και του βίου των νεοελλήνων της τελευταίας εξηκονταετίας. Ένα οδοιπορικό που στη διαδρομή του απεικονίζει τον κόσμο της "ψυχαγωγίας" της νύχτας με όλα τα λαμπερά και όλα τα σκοτεινά σημεία του. Έναν κόσμο που ο Γιώργος Ζαμπέτας και οι αληθινοί ρεμπέτες του καιρού του τον ήθελαν όμορφο, ανθρώπινο και ονειρεμένο, μέσα από την αναζήτηση των μουσικών του παρελθόντος, για να μην εκχυδαΐζεται η μουσική του μέλλοντος...". ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ

"Εγώ πιστεύω στο στίχο, είμαι στιχοπλόκος και τη μουσική τη θεωρώ σάλτσα. Ο Γιώργος ήταν μουσικός κι απ' αυτή την άποψη είμαστε αντίθετοι. Η μουσική όμως του Ζαμπέτα δεν χρειάζεται τον στίχο. Εκεί είναι που με αναιρεί ο Ζαμπέτας. Μου λέει:

"Κοίτα μάγκα, μπορεί να είμαστε φιλαράκια, αλλά εκεί που εσύ μου λες πως πρώτα είναι ο στίχος, εγώ σου δείχνω ότι πρώτα είναι η μουσική..." . ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ

    Μοιραστείτε το άρθρο:

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Δημήτρης Χριστοδούλου: «Έζησα το αίμα και το μετέτρεψα σε ποιητικό λόγο»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς «Δεν υπάρχει Έλληνας συνθέτης που να μην έκανα τραγούδια μαζί...

    Συνέχεια

    Το πρώτο δίμηνο του 2022

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Το πρώτο δίμηνο του 2019 κυκλοφόρησαν 61 δίσκοι...

    Συνέχεια

    Kurt Cobain: «Καλύτερα να καίγεσαι παρά να ξεθωριάζεις...»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Θεωρείται πρωτοπόρος και κορυφαίος στην ιστορία της εναλλακτικής Grudge Music...

    Συνέχεια

    Αντώνης Καλογιάννης - «Ιστορίες Αγγέλων»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ο Αντώνης Καλογιάννης γεννήθηκε στην Καισαριανή ...

    Συνέχεια

    Nίκος Καββαδίας - Αλλιώς Βαλχάλας ή Ταπεινός ή Κόλλιας ή Μαραμπού

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ονόματα με τα οποία έγραψε ή χρησιμοποίησε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας στα...

    Συνέχεια

    Λουκιανός Κηλαηδόνης - Ένας καουμπόης στη… Βουλιαγμένη

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς «Δεν το διάλεξα εγώ να γίνω καλλιτέχνης – τυχαία έγινε....

    Συνέχεια

    Ο Σταμάτης στη δισκογραφία

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Στις 3 Φεβρουαρίου γιορτάζει ο Σταμάτης.  ...

    Συνέχεια

    David Bowie: Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς (David Robert Jones, 8 Ιανουαρίου 1947 – 10 Ιανουαρίου...

    Συνέχεια

    Βασίλης Τσιτσάνης - Ο «Θεόφιλος» της λαϊκής μουσικής

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Στα αφιερώματα που αφορούν σε τεράστια ονόματα, ανθρώπους που ταυτίστηκαν με αυτό που...

    Συνέχεια