Αφιερώματα

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι

Λουκιανός Κηλαηδόνης - Ένας καουμπόης στη… Βουλιαγμένη

Γράφει ο Κώστας Προβατάς

«Δεν το διάλεξα εγώ να γίνω καλλιτέχνης – τυχαία έγινε. Έπαιζα πιάνο, μπήκα σε έναν κύκλο και σιγά-σιγά έμπλεξα μ' αυτή την ιστορία.
Εγώ θα ήθελα να είμαι γραφίστας, σκηνοθέτης του σινεμά, κάτι τέτοιο.
Δε βαριέσαι, στην άλλη τη ζωή…»

Αυτά έλεγε στον Βύρωνα Κριτζά το 2014 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, σχεδόν τρία χρόνια πριν αποχωρήσει από τη ζωή αυτή, με προορισμό ίσως εκείνη που μπορεί τα όνειρα και οι επιθυμίες να εκπληρώνονται με άλλον τρόπο.

Αυτό που εμείς ξέρουμε, είναι η ίδια του η πορεία. Και αν θέλετε έναν τίτλο για την πορεία αυτή, τον δώσαμε στην αρχή. Μπορεί το… Φαρ Ουέστ να είναι πολύ “far” (μακριά) από τη Βουλιαγμένη, αλλά ο «καουμπόης» της Κυψέλης άφησε το δικό του στίγμα, μας έπιασε με το λάσο του και μας έβαλε στον κόσμο του, μας έμαθε μαθήματα οικονομίας και πώς ένα μουσικό έργο αναπαριστά ένα φιλμ νουάρ.

Στα 74 χρόνια της ζωής που έζησε, είχε την ευκαιρία -στα περισσότερα από αυτά - να κάνει τελικά αυτό που του άρεσε, χωρίς καμιά «οικονομία» και να το υποστηρίζει μάλιστα στις δύσκολες στιγμές του «επαγγέλματος»:

«Πάντα περνούσαμε ζόρικες περιόδους με την Άννα. Εκείνη ήταν της στάσης να μαζέψουμε λίγο τα οικονομικά μας, γιατί έχουμε απλωθεί, ενώ εγώ έλεγα η λύση είναι να βγάλουμε λίγο περισσότερα απ' ό,τι βγάζουμε τώρα. Αντί να γίνουμε λίγο πιο τσιγκούνηδες δηλαδή, να γίνουμε λίγο πιο δημιουργικοί».

Την Άννα Βαγενά, τη σύζυγό του. Σαράντα πέντε χρόνια κοινής ζωής μοιράστηκαν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και η Άννα Βαγενά, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες (το 2016 πρόλαβε να γίνει και παππούς), τη Γιασεμή, που είναι ηθοποιός και τη Μαρία που, ενώ ακολούθησε το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού, στράφηκε τελικά στο τραγούδι. Και η οποία ένα χρόνο μετά τη «φυγή» του Λουκιανού, έγραψε ένα τραγούδι - αποχαιρετισμό για τον «μπαμπά» της. Το «Λ» από το δίσκο της «Ροζ» έγινε βίντεο κλιπ με σπάνιο υλικό που παρουσιάζει χαρούμενες και συγκινητικές στιγμές της οικογένειας.

Πάμε λοιπόν από την αρχή… Μεσοπόλεμα, 15 Ιουλίου του 1943 ήρθε στον κόσμο ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, στην Κυψέλη. Στην περιοχή που λάτρεψε και έζησε τα 50's και τα 60's μιας αστικής αναγέννησης, η Κυψέλη εξάλλου είχε γίνει το «σήμα κατατεθέν» της πολιτιστικής και μουσικής εξέλιξης μιας νεολαίας που διψούσε για τη δική της αναγέννηση.

Και στα τέλη των 60's ο καουμπόης ανεβαίνει στην Ντόλι και ξεκινά… Ο ίδιος ήξερε καλά φυσικά, όντας φανατικός αναγνώστης του Λούκι Λουκ πως η «Ντόλι» ήταν το όνομα της ελληνικής έκδοσης για το άλογο του «φτωχού και μόνου». Το πραγματικό, το original, ήταν το «Jolly Jumper». Μ' αυτά και μ' αυτά συμμετέχει στον πρώτο δίσκο του Γιώργου Νταλάρα το 1969 με δυο τραγούδια, σε στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου. «Παίρνω την ανηφόρα» και «Σ' αγαπώ».

Όμως η Κυψέλη, η Νέα Κυψέλη για την ακρίβεια (δεξιά από την πλατεία, σύνορα Ψυχικού σα να λέμε), δεν είναι απλά το μέρος που γεννήθηκε. Φάνηκε ότι ήταν ο κόσμος του. Εξάλλου ο γράφων συνυπογράφει τη σπουδαιότητα της Κυψέλης στον… εκάστοτε ψυχισμό, αν την έχεις ζήσει. Οι δεκαετίες που έζησε σαν νέος στην καρδιά της νεολαίας της Αθήνας, τον έμαθαν να αγαπήσει και να εντρυφήσει στο ροκ εντ ρολ (και μόνο, όχι στο ροκ το οποίο ποτέ δεν συμπάθησε) ακόμα και ως δεινός χορευτής, στα φιλμ νουάρ και στο μπιλιάρδο, καταλήγοντας ότι του αρέσει να βλέπει σνούκερ. Συνυπογράφω και πάλι. Στα απίστευτα κρυφά μπαράκια με κάθε λογής μυστικά της Πατησίων, στην μυστική αίγλη της Πλατείας Αμερικής και φυσικά ό,τι «έκλεινε» την Κυψέλη σαν ένα άλλο Σινικό Τείχος. Ίσως η συνολική του άποψη τον έκανε «διαφορετικό», ως καλλιτέχνη. Διότι κατέγραψε σημαντικά τραγούδια, είτε για να τα τραγουδήσουν άλλοι, είτε ανακαλύπτοντας τον εαυτό του και στιχουργικά, μετά από Γκάτσο και Νεγρεπόντη. Δεν το λες και λίγο, από τη στιγμή που δείχνει την ικανότητα να κλείνει σε έναν στίχο το νόημα της στιγμής, η ζωή εξάλλου, θα συμφωνήσουμε όλοι, είναι στιγμές…

Κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά

παίρνω τ' άλογό μου και πάμε στα βουνά…

Κι αν έχουμε πάρει τα βουνά ώρες ώρες…

Από την Ελληνική Δισκογραφία του Πέτρου Δραγουμάνου παίρνω στοιχεία που απαριθμούν για 29 προσωπικούς δίσκους και 13 επανεκδόσεις. Όντως λοιπόν, το πρώτο μισό της δεκαετίας του '70 έχει να δώσει διαμάντια, με στίχους Γκάτσου στην «Κόκκινη κλωστή», με Μητσιά και Γαλάνη στην ερμηνεία και «Περίπατος» με Μητσιά. Οι συνεργασίες του με τον Γκάτσο φτάνουν στα 30 τραγούδια, ενώ με τον Μητσιά στα 35. Αλλά και με Νεγρεπόντη, στα θρυλικά «Μικροαστικά» και στα «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας», προσωπικά εκτιμώντας ότι πρόκειται για επίσης θρυλικό και σπουδαίο άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας. Οι εποχές αυτές, έχουν καταγράψει τραγούδια όπως: «Μια Κυριακή του Μάρτη», «Μια Κεφαλλονίτισσα», «Με γαρύφαλλο στο πέτο», «Mη χτυπάς σ' ένα σπίτι κλειστό», «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο». Τα δυο τελευταία από το 1970, για την παράσταση «Η πόλη μας» του Ελληνικού Λαϊκού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου. Στο άλμπουμ αυτό ερμήνευαν η Βίκυ Μοσχολιού και ο Μανώλης Μητσιάς.

Η εποχή που γράφονται τα «Μικροαστικά» διαφέρει από αυτήν που δημιουργούνται αντίστοιχα τα «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας», εκ των πραγμάτων. Το 1973 η Ελλάδα βρίσκεται ακόμα κάτω από τη χούντα των Συνταγματαρχών, ενώ το 1975 η χώρα απολαμβάνει τη Δημοκρατία, πάντα με το αλλά…

Μια δύσκολη όμως επανέναρξη, τόσο κοινωνική, όσο και πολιτική. Ο Κηλαηδόνης όσο και ο Νεγρεπόντης (Γιάννης Ξυνοτρούλιας) έχουν όμως το ρυθμό τους. Κι επιπλέον εδώ τραγουδάει ο ίδιος ο συνθέτης, δίνοντας στην ερμηνεία του ένα ύφος που αργότερα θα γινόταν σχεδόν σήμα κατατεθέν. Αρχικά πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για 109 ποιήματα που είχε ομαδοποιήσει ως «Μικροαστικά» ο Νεγρεπόντης. Βρισκόμαστε, θα πρέπει να πούμε, λίγο πριν από την οριστική ανατροπή της Χούντας, μέσα στο σκληρό έτος 1973, τη χρονιά του Πολυτεχνείου, όταν το δικτατορικό καθεστώς ξαφνικά φόρεσε – για περιορισμένο χρονικό διάστημα - τον δημοκρατικό μανδύα, αίροντας για λίγο τις ασφυκτικές απαγορεύσεις της λογοκρισίας. Μέσα σ' αυτήν την πρόσκαιρη ευκαιρία, λοιπόν, ξεπετάχτηκαν στην πιάτσα τα "Μικροαστικά" και μάλιστα σε "προκλητικό" κόκκινο βινύλλιο με τον αυτονόητο συμβολισμό του. Ήταν μάλιστα ο πρώτος "πολιτικός" δίσκος που εμφανίστηκε, ένα χρόνο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα της θεοδωρακικής πλημμυρίδας.

Λέει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στις 29 Ιουνίου 2003, στην ειδική έκδοση «Κ» της Καθημερινής, «100 δίσκοι και η ιστορία τους»:

«Είναι αρχές του 1971 όταν γνωρίζω τον Γιάννη Νεγρεπόντη μέσω του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μάνου Λοΐζου. Μόλις έχει γυρίσει από εξορία και λίγες μέρες, αφότου γνωριστήκαμε, μού είπε ότι έχει κάποιες δουλειές έτοιμες από στίχους και θα ήθελε να τις δω. Ήταν τα «Μικροαστικά», που στην πρώτη μορφή που μου τα έδωσε ο Γιάννης ήταν 5 ή 6 τραγούδια. Είναι 1971, είναι δικτατορία και τα τραγούδια είναι σαφώς αριστερά.

Αν και αυτά τα κομμάτια ήταν γραμμένα πριν από τη δικτατορία, ο Γιάννης ξαναζεστάθηκε και αποφάσισε να συνεχίσει. Έγραψε καμιά δεκαριά, τα οποία στη συνέχεια μελοποίησα. Αυτά είναι τα «Μικροαστικά» μια δουλειά γραμμένη το 1971. Το '73, το καλοκαίρι, ακούγεται ότι θα γίνει η κυβέρνηση Μαρκεζίνη και ότι θα χαλαρώσει κάπως η λογοκρισία, ότι θα επιτραπούν τα τραγούδια του Μίκη κ.λπ. Τότε αποφασίζουμε και στέλνουμε τα «Μικροαστικά» στη λογοκρισία. Κάποια τα κόβουν εντελώς, κάποια δεν τα στέλνουμε σίγουροι πως θα κοπούν και σε κάποια μας διορθώνουν μερικές λέξεις. Στον δίσκο μπήκανε αυτά που μπήκανε, περίσσεψαν και κάποια κομμένα».

Και λέει στο σημείωμα του άλμπουμ:

«Μέσα στα ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ μπορεί κανείς να βρει όλες τις μουσικές που άκουσα στα διαλείμματα των θερινών σινεμά των παιδικών μου χρόνων, στους διαδρόμους των πρώτων πολυκατοικιών που γνώρισα, σε σπίτια που γιόρταζαν κάτι, στις αναμεταδόσεις των παρελάσεων από το ραδιόφωνο. Μπορεί ακόμα να βρει την ατμόσφαιρα που υπήρχε διάχυτη τα χειμωνιάτικα απογεύματα με ήλιο στην Πανεπιστημίου έξω από το ΡΕΞ, στην ψηλοτάβανη εκείνη αίθουσα του Ιπποδρόμου του Δέλτα και στις ταινίες του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.

Έγραψα ακόμα μουσική για πράγματα που συνέβησαν πριν γεννηθώ και για άλλα πολύ σημερινά. Δεν νοσταλγώ, δεν 'βγάζω μια εποχή, ούτε προσπαθώ να συντηρήσω πράγματα που χάθηκαν. Λέω τη γνώμη μου πάνω σε όσα, χρόνια τώρα, μου λέγανε».

Επειδή φυσικά πολλά κοπήκανε από τη λογοκρισία ή διαμορφωθήκανε ή παραλείφθηκαν μέρη τους (αλλά όχι το κόκκινο χρώμα του βινυλλίου!), ο Κηλαηδόνης αργότερα έβρισκε την ευκαιρία να τα συμπεριλάβει αλλού.

Δυο χρόνια αργότερα, οι ίδιοι δημιουργοί μάς έδωσαν τη συνέχεια των "Μικροαστικών" με το δίσκο "Απλά μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας", που δεν είχε ωστόσο την ίδια πηγαία έμπνευση, ούτε ανάλογη απήχηση στο κοινό της εποχής. Και η συνέχεια πλέον δεν είναι η ίδια.

Μια άλλη πλευρά του καλλιτέχνη εμφανίζεται στο "Media Luz", έναν εντελώς προσωπικό και ιδιαίτερο δίσκο. Δίσκος πρωτότυπος για τα ελληνικά δεδομένα, εξομολογητικός και μαζί αποκαλυπτικός για τα γούστα και τις αισθητικές καταβολές του συνθέτη.

Θα λέγαμε εύκολα ότι είναι ένα soundtrack μιας φανταστικής ταινίας noir, που γνώρισε μεγάλη άνθιση στη δεκαετία του '40 στο Χόλιγουντ και ανέδειξε μεγάλα ονόματα με κυρίαρχη αυτή του Humphrey Bogart. Ο χαμηλός φωτισμός, το μυστήριο, ο φόνος, συνθέτουν το σκηνικό μιας τέτοιας ταινίας. Ένας μυστηριώδης φόνος, ένας ντετέκτιβ που αναλαμβάνει την υπόθεση, ένα συνδικάτο του εγκλήματος που εμπλέκεται στην υπόθεση, κυνηγητό, τηλεφωνήματα, μια μοιραία γυναίκα, η θανάσιμη καταδίωξη, ο τελικός θρίαμβος του κεντρικού ήρωα.

Μια μουσική εικονογράφηση από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Και καταλήγει με το "Προσκλητήριο", ένα τραγούδι που συντίθεται από μια εντυπωσιακή απαρίθμηση όλων των ονομάτων της noir κινηματογραφίας, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, μουσικοί σε μια απίθανη παρέλαση. Ταυτόχρονα η μουσική περιγράφει και το αγαπημένο στο συνθέτη σκηνικό του θερινού σινεμά. Αυτή τη μαγική ατμόσφαιρα που έχει άλλωστε τραγουδήσει και άλλες φορές. Στη μέση της ταινίας γίνεται και το απαραίτητο διάλειμμα, ενώ, πριν αρχίσει το δεύτερο μέρος, η αδημονία των θεατών παρατείνεται με την προβολή σκηνών "Προσεχώς".

Και κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του '70, γεννιέται επισήμως ο «Καουμπόης» (1978) και το ύφος που θέλει να δώσει ο Λουκιανός. Και το συνεχίζει με το «Ψυχραιμία παιδιά» τον επόμενο χρόνο. Στον «Φτωχό και μόνο καουμπόη» ο Λουκιανός θα μας δώσει τα «Θερινά Σινεμά» με τη Βίκυ Μοσχολιού, που ήδη έδειξε πόσο τα αγαπάει στο «Media Luz», παράλληλα θα αφήσει ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του κόσμου σαν κληρονομιά.

Αναφέρθηκε στα παλιότερες δεκαετίες του ελληνικού τραγουδιού και σε όλα τα είδη του, διασκευάζοντας και ερμηνεύοντας πολλά παλιά τραγούδια. Από Τσιτσάνη και Μπάτη μέχρι Πωλ Μενεστρέλ και Γιώργο Οικονομίδη. Ενορχηστρώνει τα περίφημα «Αρχοντορεμπέτικα» που ερμήνευσε η Βίκυ Μοσχολιού. Συμμετέχει στο «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» του Σαββόπουλου, ερμηνεύοντας το «Μικρό Ήρωα», ενώ είναι σπουδαία η στιγμή που στα «Τραγούδια Για Κακά παιδιά» δημιουργούνται δυο σπουδαία κομμάτια. Αφενός ο «Ύμνος των Μαύρων Σκυλιών», πρωτοποριακό για κάθε εποχή και καθ' όλα ανθρώπινο. Τα «ναι» και τα «όχι» μιας κοινωνίας, η στιγμή που μέσα στα απαραίτητα «ναι», ακούγεται το «όχι» στην ηρωίνη, από τις λίγες φορές που έχει ακουστεί με το όνομά της. Και τι να πει κανείς για το «Θα κάτσω σπίτι» αλήθεια… Και ποιος δεν το τραγούδησε το… 2021, έστω για τις ανάγκες μιας καμπάνιας δημόσιας υγείας. Αλλά, αν αφαιρεθεί αυτό το «πικρό πρόσημο» μιας ιστορικής κακής και πανανθρώπινης στιγμής, από τότε που γράφτηκε εκφράζει… ψυχολογίες και ψυχολογίες. Ανθρώπινες στιγμές, πραγματικές ανθρώπινες στιγμές.

Και τα χρόνια που θα περάσουν θα φέρουν έναν «καουμπόη» στη… Βουλιαγμένη. Tο περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» του Λουκιανού Κηλαηδόνη, έγινε στις 25 Ιουλίου του 1983 και συγκέντρωσε πάνω από 70.000 άτομα (άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό στις 100.000). Στο πάρτυ αυτό εμφανίστηκαν διαδοχικά ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου και η Μαντώ, αποβιβαζόμενοι με ταχύπλοα στην πλωτή εξέδρα. Όχι άδικα, το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» θεωρήθηκε το ελληνικό Woodstock και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης,, με αυτήν την εκδήλωση, ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα, σε φυσικούς χώρους.

Από την έντυπη LIFO τον Ιούνιο 2007 διαβάζουμε:

«Οι περισσότεροι απ' όσους παραβρέθηκαν στο πάρτι της Βουλιαγμένης έχουν να πουν για την πανηγυρική αίσθηση της βραδιάς και για στιγμιότυπα που θυμούνται ακόμα. Τα πυροτεχνήματα, τη μαντολινάτα μέσα στις βάρκες που έρχονταν από τα βαθιά, την είσοδο του Κηλαηδόνη, αναπόφευκτα με το «πάμε μια βόλτα στη Βουλιαγμένη». Θυμούνται ακόμη την εκτόνωση, το γλέντι, την εντύπωση πως κάτι καινούργιο είχε συμβεί, απλά, ξαφνικά και χωρίς κανείς να το περιμένει. Στη Βουλιαγμένη εκείνο το βράδυ καταναλώθηκαν όλες οι μπύρες, τα αναψυκτικά και οι τυρόπιτες της περιοχής, ζευγάρια γνωρίστηκαν χορεύοντας, νέες παρέες σχηματίστηκαν και όλα κύλησαν ομαλά, χωρίς ούτε έναν σεκιούριτι, θεσμό άλλωστε άγνωστο τότε.

Μετά το τέλος της συναυλίας, η παραλία παρέμεινε γεμάτη με κόσμο που προτίμησε να κοιμηθεί -ή να μην κοιμηθεί- εκεί περιμένοντας το πρώτο λεωφορείο. Οι 800 γεμάτοι κάδοι σκουπιδιών που συλλέχθηκαν ήταν μια επιπλέον επιβεβαίωση του αριθμού των θεατών, ενώ την επόμενη μέρα όλες οι εφημερίδες έγραφαν για το πάρτι στη Βουλιαγμένη στο πρωτοσέλιδο, χαρακτηρίζοντάς το οι περισσότερες «μοναδικό» και «ιδιαίτερα πετυχημένο». Κάποιοι, όπως ο Β. Φίλιας στην Ελευθεροτυπία, που έγραψε για ένα βράδυ πνιγμένο στα ναρκωτικά και για την αποθέωση του αμερικανικού τρόπου ζωής ή ο Ν. Ζαχόπουλος, που σχολίασε «έναν κάτωχρο Κηλαηδόνη, που δεν είπε παρά τρία μόνο τραγούδια γαντζωμένος από μια κιθάρα», προφανώς είδαν ή άκουσαν κάτι διαφορετικό. Για όσους όμως θυμούνται ακόμη την πανσέληνο εκείνη πάνω από την αμμουδιά, για τους μουσικούς, τους θεατές, το κοινό που έζησε ή ονειρεύτηκε να είχε ζήσει τη βραδιά, το πάρτι στη Βουλιαγμένη ήταν το πιο επιτυχημένο πάρτι στο οποίο βρέθηκαν καλεσμένοι και η νύχτα της 25ης Ιουλίου ήταν η νύχτα που γεννήθηκε μια ελπίδα απροσδιόριστη, μια αισιοδοξία ειλικρινής και μια καλοκαιρινή γιορτή στην οποία πέρασαν όλοι τόσο μα τόσο ωραία».

Στο άλμπουμ του "Καουμπόη" μάς είχε προϊδεάσει για τη βραδιά αυτή με το τραγούδι "Στη Βουλιαγμένη", όπου φαίνεται ότι είχαν μπει οι βάσεις της ιδέας με στίχους, όπως:

"...όσοι πηγαίνουν στη Βουλιαγμένη, λέει ένας νόμος παλιός, νύχτα με φεγγάρι κι είναι λίγο φτιαγμένοι, πάντα τη βρίσκουν αλλιώς...»

Στη μνήμη του Λουκιανού, η Πλαζ Βουλιαγμένης έχει πάρει το όνομά του.

Στις 28 Αυγούστου του 1996 ο Κηλαηδόνης πραγματοποίησε μια μεγάλη συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Εκεί λοιπόν παρουσίασε ένα τραγουδιστικό χρονικό ολόκληρης της πορείας του στο ελληνικό τραγούδι, ερμηνεύοντας δεκάδες πασίγνωστα τραγούδια του, αλλά και κάμποσα άγνωστα ή ανέκδοτα.

Τότε ήταν που ακούστηκαν τα πρώτα του τραγούδια που έγραψε στα τέλη της δεκαετίας του '60. Μεταξύ αυτών τα ανέκδοτα "Το πέτρινο τραπέζι" και "Τα γκρενά γαρίφαλα" σε στίχους του Κώστα Κινδύνη, γραμμένα το 1968. Το δεύτερο μάλιστα έγινε γνωστό δυο χρόνια αργότερα, με τον τίτλο "Μετάθεση", ερμηνευμένο από τη Βίκυ Μοσχολιού στο δίσκο "Η πόλη μας".

Ακούστηκαν επίσης γνωστά και άγνωστα μέρη από τα "Μικροαστικά", σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, μέρη από το εικονικό noir "Media Luz", αλλά και από τα soundtrack "Ο θίασος" και "Ελευθέριος Βενιζέλος".

Βασικός ερμηνευτής ήταν ο ίδιος, σε τρία τραγούδια ο Γιώργος Νταλάρας, ενώ συμμετείχαν και η Άννα Καλουτά, καθώς και ο δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας, Σεραφείμ Φυντανίδης.

Παραθέτουμε το «Πέτρινο τραπέζι» από το άλμπουμ «Θυμάμαι» του 2018, που κυκλοφόρησε από την Εφημερίδα των Συντακτών, ένα χρόνο αφού έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος συνθέτης και ερμηνευτής.

Για δέκα χρόνια έγραφε μουσική για το «Ελεύθερο Θέατρο» («Ελεύθερη Σκηνή»), με επιλεγμένα κομμάτια να περιλαμβάνονται στο άλμπουμ «Πάμε μαέστρο». Πιο συγκεκριμένα:

«Και συ χτενίζεσαι» (Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1973)

«Το τραμ το τελευταίο» (Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1976)

«Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε» (Θέατρο Άννα Μαρία Καλουτά - Καλοκαίρι 1977)

«Συνέβη στην Κατίνα» (Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1978)

«Αναντάμ Παπαντάμ» (Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1980)

«Της Ελλάδας το κάγκελο» (Θέατρο Σμαρούλα - Καλοκαίρι 1981)

«Γιατί χαίρεται ο κόσμος;» (Θέατρο Βέμπο - Χειμώνας 1981-'82)

«Αλλαγή κι απάνω τούρλα» (Θέατρο Βέμπο - Χειμώνας 1982)

«Ραντεβού με την υστερία» (Θέατρο Μινώα - Χειμώνας 1982-'83)

«Ψεκάστε, ψηφίστε, τελειώσατε» (Θέατρο Αλίκη - Καλοκαίρι 1984) − με τη μία και μοναδική εμφάνιση, σε επιθεώρηση, του Αλέκου Αλεξανδράκη.

Βασικός συνθέτης των παραστάσεων του «Θεσσαλικού Θεάτρου» της πρώτης περιόδου. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με το Λαϊκό Θέατρο του Λ. Τριβιζά, με την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου κ.λ.π.

Έχει γράψει μουσική για τις ταινίες «Οι κυνηγοί» και «Ο θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Παντελή Βούλγαρη και «Οι Αθηναίοι» του Βασίλη Αλεξάκη, καθώς και για πολλές τηλεοπτικές εκπομπές.

Η Άννα Καλουτά στο νούμερο «Με λεν' Ευρώπη» από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ελευθέριος Βενιζέλος" (1980 σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Από το 1999 έφτιαξαν τον χώρο τους στο Μεταξουργείο ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και η Άννα Βαγενά, στον πεζόδρομο της οδού Ακαδήμου: Εκεί ήταν το θέατρό της, εκεί και το σπίτι τους. Ένας χώρος για καφέ κι ένας μεγαλύτερος για εστιατόριο είχε μετατρέψει τον πέτρινο χώρο σε σημείο αναφοράς για την οικογένεια, τους φίλους, τους πελάτες, τους θεατές….

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης είχε το δικό του στιλ εμφάνισης, κάτι σαν τις φαβορίτες του Σταμάτη Κόκοτα, ας πούμε. Μακριά μαλλιά, μαύρα κι αργότερα ψαρά-γκρίζα, λευκά προς το τέλος. Ο ίδιος τύπος από τα 25 έως τα 70, με μια αυτοκαταστροφική έφεση στο τσιγάρο και στο ποτό. Κι οι περιπέτειες με την υγεία του είχαν ξεκινήσει λίγο μετά τα 50, όταν είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς (bypass).

Για τον γράφοντα και πολλούς σαν κι αυτόν, ήταν συνώνυμος και ταυτισμένος με όλους εκείνους τους δικούς του ήρωες, τον Λούκι, τον Μικρό. Με μια στέκα να παραμερίζει τα τσουλούφια κι ένα τύπου μπέρμπον ποτό. Μουσική; Κάτι μεταξύ Κουρτ Βάιλ και Χατζιδάκι… Τους θεωρούσε εφάμιλλους, με ταλέντο που ερχόταν από τον Θεό. Σίγουρα όμως και μελωδίες από κανένα μπαρ ασπρόμαυρο, τίποτα κορνέτες και τον παντογνώστη μπάρμαν. Εικόνες μιας ζωής, στιγμές δικές μας. Έτσι κι αλλιώς σε όλους «θα φύγουν κάποτε τα καλύτερά τους χρόνια» και θα θυμούνται κάποιον «Γιώργο Θαλάσση» ή ένα «Φτωχό και Μόνο Καουμπόη»…

Μόνο είπατε; Τι λέτε κύριέ μου, κυρία μου… μαζέψτε κι εσείς 100.000 κόσμο…!

    Μοιραστείτε το άρθρο:

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Γιώργος Ζαμπέτας: «Με το μπουζούκι γεννήθηκα, με το μπουζούκι θα πεθάνω…»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Αν περάσεις μια βόλτα από την πλατεία Δαβάκη στο Αιγάλεω...

    Συνέχεια

    Δημήτρης Χριστοδούλου: «Έζησα το αίμα και το μετέτρεψα σε ποιητικό λόγο»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς «Δεν υπάρχει Έλληνας συνθέτης που να μην έκανα τραγούδια μαζί...

    Συνέχεια

    Το πρώτο δίμηνο του 2022

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Το πρώτο δίμηνο του 2019 κυκλοφόρησαν 61 δίσκοι...

    Συνέχεια

    Kurt Cobain: «Καλύτερα να καίγεσαι παρά να ξεθωριάζεις...»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Θεωρείται πρωτοπόρος και κορυφαίος στην ιστορία της εναλλακτικής Grudge Music...

    Συνέχεια

    Αντώνης Καλογιάννης - «Ιστορίες Αγγέλων»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ο Αντώνης Καλογιάννης γεννήθηκε στην Καισαριανή ...

    Συνέχεια

    Nίκος Καββαδίας - Αλλιώς Βαλχάλας ή Ταπεινός ή Κόλλιας ή Μαραμπού

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ονόματα με τα οποία έγραψε ή χρησιμοποίησε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας στα...

    Συνέχεια

    Ο Σταμάτης στη δισκογραφία

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Στις 3 Φεβρουαρίου γιορτάζει ο Σταμάτης.  ...

    Συνέχεια

    David Bowie: Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς (David Robert Jones, 8 Ιανουαρίου 1947 – 10 Ιανουαρίου...

    Συνέχεια

    Βασίλης Τσιτσάνης - Ο «Θεόφιλος» της λαϊκής μουσικής

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Στα αφιερώματα που αφορούν σε τεράστια ονόματα, ανθρώπους που ταυτίστηκαν με αυτό που...

    Συνέχεια