Αφιερώματα

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι

«Απαγορεύομεν και διατάσσομεν»

Γράφει ο Κώστας Προβατάς

Και είναι και πάλι Παρασκευή η 21η Απριλίου 2023. Σκέφτομαι «μεγαλοφώνως», ως «ορθότερον», να απαγορεύσουμε δια νόμου μελλοντικά αυτήν την σύμπτωση, έτσι για το «ονόρε» που λέμε στα Επτάνησα.

Αλλά ας ασχοληθούμε με κείνα τα περίφημα «Απαγορεύομεν και διατάσσομεν»… Και η αλήθεια είναι ότι το «Απαγορεύομεν και διατάσσομεν» έχει γνωρίσει πιένες στην ιστορία, δη στην ελληνική. Τέτοιου είδους διατάγματα αφορούσαν παλιότερα, τους κουτσαβάκηδες, τις μινιφορούσες, μέχρι και το … άπλωμα της μπουγάδας.

Οι πρώτοι γνώρισαν το «απαγορεύομεν» το ριχτό μανίκι του σακακιού από τον περίφημο Μπαϊρακτάρη στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ η μίνι φούστα, «στην εποχή του Πάγκαλου» το 1925, όταν ο «δικτάτωρ» ζήτησε από τους βουλευτές του να μετρούν στο δρόμο τις… μινιφορούσες «Ατθίδες» (Αθηναίες κατά το σημερινό), συγκεκριμένα το ύψος από το έδαφος. Αν ξεπερνούσε τους 30 πόντους, τότε… πηγαίνανε αυτόφωρο. Σύμμαχοι σε αυτό το μέτρο ήταν όλοι οι… ράφτες της εποχής, αφού έχαναν ύφασμα, προάγοντας ωστόσο την ορθότερη εικόνα μιας «μεγαλούπολης».

Σε μια πιο πρώιμη περίοδο, γύρω στα 1840, ο Δήμαρχος της Αθήνας, Ανάργυρος Πετράκης, απαγόρευσε την κυκλοφορία των… αμνοεριφίων πέριξ περιοχών όπως το Μοσχάτο, ο Ελαιώνας και του Ρέντη, διότι έτρωγαν τους αμπελώνες και φυσικά παραπονιόντουσαν οι καλλιεργητές του Κηφισού. Τους έστειλε μάλιστα, στην Πλάκα, στο Κολωνάκι και κάτω από την Ακρόπολη! Το διάταγμα που βγήκε έλεγε φυσικά «απαγορεύομεν». (Μηχανή του χρόνου)

Αλλά αυτό που δε χώνεψαν με τίποτα οι νοικοκυρές, ήταν η απαγόρευση του απλώματος της μπουγάδας! Πριν από τον Πόλεμο και λόγω της αστικής μεταμόρφωσης της Αθήνας, ειδικά στην περιοχή του Κέντρου και γύρω από Εξάρχεια, Κυψέλη, Πεδίον του Άρεως. Τότε ήταν συνήθης η τακτική να απλώνονται οι μπουγάδες, ειδικά τα Σάββατα, στις ταράτσες των πολυκατοικιών που είχαν παρεισφρήσει στον αστικό ιστό. Κακό θέαμα λοιπόν και η διαταγή ήταν –και με πρόστιμο- η απαγόρευση του απλώματος στις ταράτσες. Όλοι έψαχναν χώρους, π.χ. εσωτερικές αυλές, αλλά πόσες να ήταν αυτές. Πολλή μπουγάδα έπεσε στη… νύχτα, μπας και το πρωί υπήρχαν στεγνά ρούχα, αλλά μεσοβέζικες λύσεις. Μέχρι και οι γνωριμίες ορισμένων στην αστυνομία ή στα υπουργεία δεν αναίρεσαν τον νόμο αυτό. Κι αφού ήρθε ο πόλεμος όλα άλλαξαν (Τόνια Μανιατέα, The Best)

Το τραγούδι πρώτο στις απαγορεύσεις

Πολλά λοιπόν αυτού του τύπου τα διατάγματα, όμως η αλήθεια είναι ότι τη μεγάλη φίμωση τη γνώρισε το τραγούδι και γενικότερα η τέχνη, όχι μόνο στη χούντα αλλά και σε κάθε παρόμοια περίπτωση καθεστώτων, ενώ επίσης αλήθεια είναι πως και σε «ήρεμες» εποχές υπήρχε κάποιου είδους λογοκρισία, αναλόγως του κλίματος και των ηθών των καιρών.

"Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία, κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά

ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία κι έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά

Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία, πέρασε εύκολα απ΄ τη μνήμη στην καρδιά,

ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία, εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά"

«Απερρίφθη υπό της Α/θμίου Επιτροπής διότι δια της προφανούς μεταφορικής εννοίας των στίχων προσβάλλεται η ιδέα της ελευθερίας (παρομοίωσις με μάντρα παλαιών υλικών κλπ)», με την υπογραφή του Τμηματάρχη Κ. Δημητρίου.

Ο «Δρόμος» του Μάνου Λοΐζου είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα τραγούδια που λογοκρίθηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Οι στίχοι της Κωστούλας Μητροπούλου, μιας σημαντικής δημοσιογράφου, συγγραφέως, στιχουργού, που υπέγραψε εκείνη την εποχή το «Μανιφέστο των 18 συγγραφέων», αλλά και το «Χρονικό των τριών ημερών», όπως έζησε η ίδια τις μέρες του Πολυτεχνείου (σ.σ. άλλη μια Παρασκευή…).

Τις ημέρες εκείνες του 1967, το Πάσχα ήταν για τις 30 Απριλίου. Οπότε η αναμενόμενη «Πασχαλιά» θα έπρεπε να είναι σημαδιακή, να είναι γιορταστική κλπ, μετά την επιβολή της δικτατορίας. Ήταν λοιπόν «καμένο χαρτί» το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε ο Δημήτρης Μητροπάνος με τον τίτλο «Χαμένη Πασχαλιά», των Βασίλη Κουμπή και Δημήτρη Ιατρόπουλου και ακούστηκε αρκετά στις μπουάτ της εποχής. Φυσικά λογοκρίθηκε, αποσύρθηκε κι αυτό από την κυκλοφορία και το 1982 συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «15 χασάπικα».

Και μιλώντας για δισκογραφία, το ίδιο έπαθε και ο Γιώργος Νταλάρας με την «Προσμονή» του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη και του Παναγιώτη Καλαποθαράκου. Η πρώτη ηχογράφηση του ερμηνευτή, που κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών το 1967 από τη μικρή εταιρεία «Αυλός», έγραφε πάνω ΓΕΩΡΓ. ΝΤΑΡΑΛΑΣ. Ο ίδιος έλεγε σε συνεντεύξεις του πως «ευτυχώς που δεν κυκλοφόρησε», διότι δεν ήταν ευχαριστημένος από την ερμηνεία του και την καταγραφή που έγινε μάλλον σε κάποιο σπίτι (κάπου στο Κολωνάκι) και όχι στούντιο. Βέβαια δεν κυκλοφόρησε, γιατί λογοκρίθηκε και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, όμως το 1993 συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Για τα τραγούδια κι εγώ φταίω».

Πολύ γνωστό τραγούδι που λογοκρίθηκε και κόπηκε είναι το «Θα κλείσω τα μάτια» του Άκη Πάνου. Τραγουδούν στην πρώτη εκτέλεση, αυτήν που κόπηκε δηλαδή, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Χαρούλα Λαμπράκη. Ηχογραφήθηκε το 1967 και κυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών και 15 μέρες μετά λογοκρίθηκε και απαγορεύθηκε η μετάδοσή του από το ραδιόφωνο, θεωρούμενο μάλιστα «κομμουνιστικό». Το 1971 ο Άκης Πάνου το ηχογράφησε με διαφορετικούς, ερωτικούς στίχους με την Βίκυ Μοσχολιού και έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία, με «ορθώς πολιτικούς στίχους» αυτή τη φορά. Εδώ η πρώτη εκτέλεση.

Αντίστοιχα άλλαξε στίχους ένα τραγούδι του 1965, το «Πάει ο καιρός» των Νίκου Γκάτσου και Μάνου Χατζιδάκι. Η αρχική εκτέλεση ήταν και εδώ με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και με την έλευση της χούντας, η λογοκρισία διέκοψε την κυκλοφορία και την μετάδοσή του. Έτσι, το 1971, με νέους στίχους του Νίκου Γκάτσου και τίτλο «Πρωτομηνιά» ηχογραφήθηκε από τον Μανώλη Μητσιά για το δίσκο «Της Γης το χρυσάφι». Το πρωτότυπο πάντως ηχογραφήθηκε άλλες δυο φορές στη συνέχεια, τη μία με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά στο άλμπουμ «Μεθυσμένο κορίτσι» και με τον Ηλία Λιούγκο στη «Ρωμαϊκή Αγορά». Θα πρέπει δε να σημειώσουμε πως πάνω σε αυτήν τη μελωδία, ο Νίκος Γκάτσος έγραψε εξαιρετικούς στίχους σε δυο καταπληκτικά, όπως εξελίχθηκαν, τραγούδια.

Την 1η Ιουνίου του 1967, αποφασίζεται και διατάζεται με το υπ' αριθμ. 13 διάταγμα του Οδυσσέα Αγγελή, η απαγόρευση των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη. Το κείμενο το διατάγματος έγραφε:

“Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν τα ακόλουθα, ισχύοντα διά ολόκληρον την επικράτειαν:

Απαγορεύεται: α) Η ανατύπωσις ή η εκτέλεσις της μουσικής και των ασμάτων του κομμουνιστού συνθέτου Μίκη Θεοδωράκη, τέως αρχηγού της νυν διαλυθείσης κομμουνιστικής οργανώσεως 'Νεολαία Λαμπράκη', δεδομένου ότι η εν λόγω μουσική εξυπηρετεί τον κομμουνισμόν”.

Τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη ήταν η γνωστότερη σε όλους περίπτωση λογοκρισίας, με σκοπό τον έλεγχο της φωνής ή και κριτικής προς το καθεστώς και δεν αφορούσε σε ένα τραγούδι φυσικά, αλλά… όλα. Με απόφαση του δικτάτορα Παπαδόπουλου, της 29 Απριλίου 1967, είχε συγκροτηθεί η Υπηρεσία Ελέγχου Τύπου στη Γενική Διεύθυνση Τύπου της Προεδρίας της Κυβερνήσεως.

Στη λογική αυτή, άλλαξαν και οι στίχοι στα περίφημα «Μαλαματένια Λόγια» των Μάνου Ελευθερίου και Γιάννη Μαρκόπουλου. Το τραγούδι φαίνεται να έχει χρονική αφετηρία την κατοχή και τέλος του τη χούντα. Οι στίχοι γράφτηκαν από τον Μάνο Ελευθερίου μέσα στη χούντα και γι' αυτό το λόγο έχουν λογοκριθεί. Στο πρωτότυπο λέει,

“κι όχι να ζεις μ' αυτή τη συμμορία”

ενώ στο δισκογραφημένο η λέξη που χρησιμοποιείται είναι “κομπανία”.

Επίσης έχει αλλάξει και ο στίχος

“και ξημερώματα Παρασκευή”

σε “ξημερώνοντας μέρα κακή”. Μέρα Παρασκευή έγινε η 21η Απριλίου αλλά και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και γι' αυτό εν τέλει λογοκρίθηκε. Το πρωτότυπο:

Εν τέλει είναι πολλά και για διάφορους λόγους. Μέχρι και επί προσωπικού φυσικά, όπως συνέβη με τον Μίκη Θεοδωράκη, απαγορεύτηκαν τραγούδια άλλων δημιουργών, με την υποψία μόλις πως θα βλάψουν το καθεστώς. Παράδειγμα, «Ο μπάρμπα Θάνος» των Σταύρου Κουγιουμτζή και Κώστα Βάρναλη, λόγω των δεδομένων αριστερών φρονημάτων του ποιητή.

Πολλές δημιουργίες περίμεναν υπομονετικά την περίοδο που θα επανέλθει η Δημοκρατία και θα μπορέσουν ελεύθερα να ακουστούν, όπως το έργο των Πλέσσα και Παπαδόπουλου, «Μη μου μιλάς για λευτεριά», που ήταν η φυσική συνέχεια του περίφημου «Δρόμου», παρουσιάστηκε στο θεατρικό έργο «Ο Δρόμος» το 1970, αλλά όπως ανέβηκε… κατέβηκε.

Απορίας άξιον βέβαια, πως δεν αντιλήφθηκε κανείς τα… Ζαβαρακατρανέμια. Τα «μαύρα πανιά που ανεμίζουν» δηλαδή του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Η λογοκρισία πάντως δεν περίμενε τη χούντα, σε παλιότερα χρόνια έκανε τα θαύματά της, όπως είπαμε και στην αρχή. Μέχρι και για τα «Παιδιά του Πειραιά» υπήρξε πρόβλημα, αλλά στην ερμηνεία από τη Μελίνα Μερκούρη. Όπως και στη «Μαύρη Φορντ» του Χατζιδάκι και του Γκάτσου, διότι το ρεφρέν ήταν… ελαφρών ηθών. Το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» έχασε ένα ολόκληρο κουπλέ, που αφορούσε στο σύνθημα «Κάτω οι Γερμανοί» και φυσικά αφαιρέθηκε, γιατί αρπάχτηκαν… πρέσβεις και πολιτικοί. Ιδού το original.

Η «Βαρβάρα» ηχογραφείται αρχές του 1936 στην Columbia, με την υπογραφή του Παναγιώτη Τούντα, μουσικού και τότε καλλιτεχνικού διευθυντή της δισκογραφικής. Τραγουδάει ο Στελλάκης Περπινιάδης με τη ορχήστρα του Γιοβάν Τσαούς. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί στην Αμερική από τον Τέτο Δημητριάδη.

Στη συνείδηση του κόσμου οι στίχοι συνδέονται με τη Λουλού Μεταξά, κόρη του δικτάτορα και αρχηγό του γυναικείου τμήματος της ΕΟΝ, που φημολογιόταν ότι απολάμβανε μια ιδιαίτερα δραστήρια ερωτική ζωή, πράγμα που στο σινάφι τους λογιζόταν ως ανεπανόρθωτη ντροπή για τον πατέρα της. Το περιεχόμενο πονηρό, η διαφήμιση μεγάλη και η «Βαρβάρα» τραγουδιέται παντού, γίνεται ανάρπαστη. Κι έτσι το «Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού» χαρακτηρίζει το τραγούδι ΑΣΕΜΝΟ και εκδίδει εγκύκλιο, με την οποία απαγορεύει την κυκλοφορία της «Βαρβάρας», ποινικοποιεί την πώληση, την ακρόαση και το ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΑ της!

Για την ιστορία, το τραγούδι ξαναγράφτηκε και η «Βαρβάρα» έγινε… «Μαρίκα» και δασκάλα. Και αυτό απαγορεύτηκε! Υπάρχει κι άλλο μετά, το τραγούδι γίνεται «Ο Μανώλης κι η Δημητρούλα». Καμία τύχη, επίσης απαγορεύεται! Μ' αυτά και μ΄ αυτά, η μελωδία του Τούντα «ντύνει» το 1940 το περίφημο «Άκου Ντούτσε μου τα νέα», το οποίο φυσικά δεν απαγορεύτηκε.

    Μοιραστείτε το άρθρο:

    ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ

    Τραγούδια για την Ελένη

    ΕΠΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ

    Ρένα Κουμιώτη

    Σχολιάστε

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

    Nίκος Ξανθόπουλος - Τραγουδώντας με το «παιδί του λαού»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Τον Νίκο Ξανθόπουλο τον θυμάμαι πάντα ως μια εικόνα συνδεδεμένη με...

    Συνέχεια

    Βασίλης Τσιτσάνης – Μια εκπομπή ραδιοφώνου στο χαρτί

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Αυτό που θα επιχειρήσουμε «εγγράφως» είναι μια αλλιώτικη ραδιοφωνική...

    Συνέχεια

    Η δισκογραφία στην Ελλάδα το 2022

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Παλαιότερα η δισκογραφία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την πώληση δίσκων. Στο πρόσφατο...

    Συνέχεια

    O συνθέτης Κώστας Δέδες μιλάει για τον αείμνηστο κοντραμπασίστα Ανδρέα Ροδουσάκη

    Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Πέμπτης 29 Δεκεμβρίου ο Ανδρέας Ροδουσάκης.

    Συνέχεια

    Επανεκδόσεις

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Στην ψηφιακή εποχή ο φυσικός φορέας ήχου έχει υποχωρήσει. Είτε βινύλιο είτε CD, οι...

    Συνέχεια

    Iάκωβος Καμπανέλλης - Από την «Αυλή των θαυμάτων» στη «Γειτονιά των Αγγέλων»

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη...

    Συνέχεια

    James Bond – «Τραγουδώντας» για τα 60 χρόνια του αγαπημένου Πράκτορα

    Γράφει ο Κώστας Προβατάς Ο κινηματογράφος είναι γεμάτος από «ήρωες» που αγαπήθηκαν από το κοινό για...

    Συνέχεια

    Μαρία Φαραντούρη - H απέραντη φωνή της Δημιουργίας

    Γράφει ο Γιάννης Φαλκώνης Φωτογραφίες: Γιάννης Φαλκώνης Η φωνή της Μαρίας...

    Συνέχεια

    Σωτήρης Κοματσιούλης

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Ο Σωτήρης Κοματσιούλης γεννήθηκε στη Σιάτιστα, μεγάλωσε στη Λάρισα...

    Συνέχεια

    Ο Σταμάτης στη δισκογραφία

    Γράφει ο Πέτρος Δραγουμάνος Στις 8 Noεμβρίου, ημέρα των Ταξιαρχών, Μιχαήλ και...

    Συνέχεια